Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Το Lifestyle των 80's στην Ελλάδα και οι Επιπτώσεις


Lifestyle: η ζωή ήταν δανεική... 
 
Αναζητώντας τις απαρχές της ιδεολογίας της σπατάλης στα τέλη του ’80, διαπιστώνουμε ότι οι προσδοκίες ήταν απλώς ψευδαισθήσεις
 
Ρεπορτάζ: Γιουλη Eπτακοιλη, Hλια Mαγκλινης, Μαργαριτα Πουρναρα, Δημητρης Pηγοπουλος

Ποια ιδεολογία προηγήθηκε της χρεοκοπίας; Ποια ιδεολογία διαρκούς πάρτι και ξέφρενου ατομικισμού υποστήριξε τον αμέριμνο και υπερδανεισμένο Ελληναρά της τελευταίας εικοσαετίας; Αναρωτηθήκαμε και συμφωνήσαμε σε τουλάχιστον ένα φαινόμενο: στα τέλη του '80, το lifestyle εισέβαλε ορμητικό και αναιδές στον νεοελληνικό βίο και τον σφράγισε. Μάιο του 1987, ακριβώς πριν από 23 χρόνια, κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Κλικ», καινοτομώντας ως προς το κομφορμιστικό τοπίο του τότε Τύπου. Πρόβαλε ένα πρότυπο συμπεριφοράς εστιασμένο στην αισθητική και την κατανάλωση, αυθαδίασε σε ποπ γλώσσα, συνέλαβε τη βουλιμία για στυλ των νέων από τα ανερχόμενα μεσοστρώματα, απενοχοποίησε την ελαφρότητα και την ανεμελιά, ακόμη και τον κωλοπαιδισμό: «πέτυχε ή πέθανε». Και πολύ σύντομα έγινε απολύτως κομφορμιστικό, περισσότερο και από τους «κακομούτσουνους» και τους «ξενέρωτους» που κατήγγειλε. Πολύ σύντομα το πνεύμα του «Κλικ» και του Νitro, του ομόλογου Μax και αργότερα του Flash έγιναν συνώνυμα της ξιπασιάς και της κενότητας, ανοίγοντας τον δρόμο για κουτσομπολίστικες εκπομπές και έντυπα. Τα μίντια έγιναν πρώτα ένα ξεσαλωμένο Κλουβί με Τρελές και κατόπιν ένα ατελείωτο reality show, με όλο και ευτελέστερα υλικά. Εως το trash. Εως την απόλυτη χρεοκοπία: αισθητική, ηθική, πολιτική. Tα μίντια του lifestyle σαγήνευσαν το κοινό με υποσχέσεις ευζωίας και αιώνιας ευημερίας, καλλιέργησαν την προσδοκία του εύκολου κοινωνικού ασανσέρ, αποθέωσαν τον «γάτο» και τον σκυλοπόπ, τον παίκτη που τα κερδίζει όλα χαλαρά, με τη μαγκιά του. Πρακτικά, τροφοδότησαν μαζικές ψευδαισθήσεις, λίπαναν τον δρόμο του βουλιμικού μικρομεσαίου προς τη ματαίωση και την εξαχρείωση. Τι μένει από το ξέσαλο πάρτι; Το ήθος του κάγκουρα, του ποζερά, του λαμόγιου. Και η χρεοκοπία.

Μας μιλούν άνθρωποι που έφτιαξαν το lifestyle τα πρώτα κρίσιμα χρόνια: ο Γ. Νένες, αρχισυντάκτης τότε του «Κλικ», σήμερα της Athens Voice, η Σοφία Κιντή, αρχισυντάκτρια του «Κλικ», σήμερα διευθύντρια ειδικών εκδόσεων της IMAKO, ο Στ. Κούλας, η Μανίνα Ζουμπουλάκη. Βλέμμα απέξω προσθέτουν οι δημοφιλείς ρόκερ Last Drive, ο Κ. Βήτα, ένας διαφημιστής κι ένας πολιτικός επιστήμονας. Nικος Ξυδακης

Γιάννης Νένες, δημοσιογράφος
Τάισέ τους media!
Τα '80s ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου στη χειρότερη δεκαετία για τον πλανήτη. Ακριβώς την εποχή που ξυπνούσαμε σε έναν καινούργιο κόσμο, έφτασε το έιτζ για να αλλάξει τις συμπεριφορές των ανθρώπων. «Ολέθριες» και «Επικίνδυνες» σχέσεις τρομοκράτησαν μια γενιά η οποία στράφηκε σε αυτό που νόμισε ότι ήταν το «επόμενο καλύτερο μετά το σεξ»: το χρήμα. Τα '60s ήταν ευδαιμονικά και γεμάτα ελπίδα. Τα '70s ήταν η αποθέωση της αστυφιλίας - οι μεγάλες πόλεις γέμισαν εκρηκτικά. Στα '80s, κάτι έπρεπε να γίνει με όλους αυτούς που ήθελαν καλύτερη ζωή χωρίς ιούς: Βάλ' τους να δουλέψουν και, μετά, τάισέ τους media.

Το MTV μπήκε (αερο)δυναμικά στη ζωή μας, όλα είχαν αισιόδοξα σχήματα («ανάποδο τρίγωνο» - με την κορυφή κάτω και τη βάση επάνω), οι βάτες μεγάλωναν, τα μαλλιά μεγάλωναν, τα μυαλά έπαιρναν αέρα, τα χρώματα ήταν παστέλ και έντονα, απλωμένα με αερογράφο. Η αισιοδοξία έφτασε στα όρια της αυθάδειας.

Τα περιοδικά έγιναν η Βίβλος της νέας εποχής. Face, Interview, i-D, στην Αθήνα εμφανίστηκαν η Βαβέλ και τα Πρόσωπα - τα «φυτώρια» απ' όπου τράβηξε το «Κλικ» την ομάδα του. Hμασταν ενθουσιασμένοι. Δεν υπήρχε καλύτερο «αντικείμενο» από τα περιοδικά. Τότε ακόμα δεν είχε απενοχοποιηθεί ο εύκολος πλουτισμός. Τότε γινόμασταν απλώς εξαρτημένοι της πληροφορίας. Στην πρώτη περίοδο του «Κλικ», η πληροφορία μας έκαψε το κεφάλι. Πιστέψαμε ότι τα ξέραμε όλα. Και στη δεύτερη περίοδο του «Κλικ», κάποιος μας είπε ότι μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

Η «αμαρτία» του «Κλικ» δεν ήταν ακριβώς το ίδιο, όσο τα τέρατα που γέννησε. Eτσι κι αλλιώς όμως, η Αθήνα γέμισε τέρατα τότε. Aρχισαν να ραγίζουν τα πεζοδρόμιά της, να δημιουργείται «το σύμπαν Βωβός» των Βορείων Προαστίων, να ανοίγουν μεγάλα κλαμπ με καθρέφτες και νέον και όσα ρουχάδικα μπορεί να χωρέσει η χειρότερη μόδα που έζησε ποτέ ο κόσμος. Η Αθήνα μόλις ανακάλυπτε την αξιοποίηση του Ψυρρή και το Χρηματιστήριο. Οι πύλες της Κολάσεως μόλις είχαν ανοίξει.

Μ. Ζουμπουλάκη, δημοσιογράφος
20άρηδες έφηβοι
Θυμάμαι την προσωπική μου καταγραφή της δεκαετίας του '80. Η δική μου παρέα ήταν παιδιά από επαρχία, από μικροαστικές οικογένειες, που είχαμε ζήσει μια σφιγμένη εφηβεία, τσαλαπατημένη από τη Χούντα. Υστερα ήρθε η Μεταπολίτευση με την καταπίεση της ψυχαναγκαστικής πολιτικοποίησης, την παντοκρατορία της ΚΝΕ. Το '80 μπούκαραν ξαφνικά στην Ελλάδα (με διαφορά φάσης) όλα αυτά που ζούσαν οι συνομήλικοί μας στο εξωτερικό. Αρχισαν να έρχονται κύματα νέων ανθρώπων που είχαν τελειώσει τις σπουδές τους στη Γαλλία, την Ιταλία, την Αγγλία και την Αμερική, ανακατεύοντας την τράπουλα. Ηρθε το ελεύθερο ραδιόφωνο, η τηλεόραση, η διαφήμιση, εισαγωγή ταινιών, άνοιξαν βιντεοκλάμπ. Στην Καβάλα που εγώ μεγάλωσα, το ραδιόφωνο λ.χ. ήταν μια φωνή από τα πέρατα του κόσμου που ανακοίνωνε με στόμφο: «Σήμερα θα σας μιλήσουμε για τον Σοστακόβιτς». Το μόνο δισκάδικο της πόλης είχε φέρει ένα άλμπουμ των Τζέθρο Ταλ και ήταν το γεγονός της χρονιάς, ενώ πρωτοάκουσα Πολ Γουέλερ το 1985, χάρη σε ένα κολλητό που έφερνε μουσική από τη Γερμανία.

Ολα αυτά συνέτειναν στο να ζήσουμε μια μεταχρονολογημένη εφηβεία, ενώ ήμασταν 20άρηδες. Το σύστημα άρχισε να γουστάρει τους νέους, ήθελε την περίεργη, την φρέσκια άποψη και έτσι βρεθήκαμε όλοι με δουλειές που μας έφερναν και κάποια λεφτά, στον Τύπο και όχι μόνο. Οι πραγματικοί μποέμηδες αυτής της γενιάς ούτε πλούτισαν τα τελευταία 25 χρόνια και ποτέ δεν θέλησαν την εξουσία. Την εξουσία την πήραν οι πιο αδίστακτοι και φιλόδοξοι και την έκαναν σαν τα μούτρα τους. Εμείς μείναμε στην καλλιτεχνία, στην κοσμάρα μας. Τα γκόλντεν μπόις δεν τα κάναμε παρέα.

Η κοινωνική μεταστροφή, όπου η καταξίωσηεπιτυγχανόταν μέσα από το χρήμα και την κατανάλωση, δεν έγινε το '80 αλλά το '90. Η Μαντόνα λ.χ. από μια τρελή κοπελίτσα είχε γίνει εκατομμυριούχος. Αναπτύχθηκε το celebrity culture και στην Ελλάδα, κάτι που δείχνει πολιτιστική φτώχεια. Τώρα πια θα δούμε καινούργια πράγματα, ένα νέο κύκλο που ακόμα δεν έχουμε πάρει χαμπάρι τι θα μας φέρει.

Σταύρος Κούλας, γραφίστας
Hταν όλα δανεικά, ήρθε ο καιρός να τα επιστρέψουμε
Ας ξεκινήσουμε από την περίφημη φράση «Η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή» η οποία είναι «δανεική», αν θυμάμαι καλά, από μια γαλλική διαφήμιση της Benetton, θλιβερό μότο, με το οποίο πολλές φορές μας έπιαναν τα γέλια με 2 - 3 φίλους γιατί προσθέταμε σαν συνέχεια τη φράση «αφιέρωμα στο Χόλιγουντ», όχι τυχαία φυσικά γιατί όλη η λογική του «Kλικ» τη χρυσή του εποχή ήταν ένα αφιέρωμα στο Xόλιγουντ.

Ας ξεκινήσουμε από το ίδιο το περιοδικό, που φτιάχτηκε με «δανεικές» σελίδες άλλων. Θυμάμαι ακόμα το πρόχειρο draft που μου έδειξαν και που θα έπρεπε πάνω σε αυτό να πατήσω, «δανεικές» σελίδες από το Face, το Αctuel, το City, και άλλα περιοδικά που εκείνη την περίοδο ήταν στα πάνω τους. Επρεπε να δουλέψω γιατί είχα δανεικά...

Να μιλήσουμε για τα «δανεικά» θέματα, για τα «δανεικά» editorial μόδας, για το «δανεικό» λεξιλόγιο, για τις «δανεικές» μέχρι κάποιο διάστημα εικόνες από άλλα περιοδικά; Να μιλήσουμε για ένα «δανεικό» τρόπο ζωής που προετοίμασε την κόλαση του lifestyle με δανεικά; Να μιλήσουμε για τη «δανεική» δόξα, ακόμα και τη δική μου; Πόσο καιρό θα ζούσαμε με δανεική πολιτική, κοινωνική και προσωπική ζωή; Ηρθε ο καιρός να τα επιστρέψουμε.

Κ. Βήτα, μουσικός
Ζήσαμε με ψέματα
Κάθε εποχή είχε τα άσχημα και τα καλά της. Ποτέ δεν υπήρχαν ιδανικές συνθήκες, παρά μόνο στο μυαλό κάποιων. Το βάρος της ανισορροπίας πέφτει μάλλον στη μεσαία τάξη, που πάντα ήθελε να φαίνεται πιο πλούσια απ' ό,τι είναι. Είναι η τάξη με τα περισσότερα δάνεια και με την πιο εκκεντρική ζωή όσον αφορά το lifestyle. Ο κόσμος τις τελευταίες δύο δεκαετίες δεν ενδιαφέρθηκε πραγματικά για τη ψυχή του, γι' αυτό που λέμε συνείδηση. Υπάρχει ένα σώμα ανάμεικτων τάσεων που είχε υποταχθεί στην υλική συνείδηση και είναι πολύ δύσκολο να βγεις ξαφνικά από αυτό, ακόμα και όταν έρχεται ο οποιοσδήποτε μπαμπούλας.

Θα έρθουμε αντιμέτωποι με δύσκολες καταστάσεις, όμως πιστεύω ότι δεν πρέπει να ξεχάσουμε το φως που υπάρχει μέσα μας, αυτό που μας δίνει ελπίδα, κουράγιο και υπομονή. Νομίζω πως πρέπει το σώμα αυτό της Ελλάδας να βρει τη συνείδησή του για να ανακαλύψει πως πέρα από την ύλη υπάρχει και η ψυχή. Θα αλλάξουν τα πρότυπα αναγκαστικά, θα αλλάξει η καθημερινότητά μας, θα μάθουμε να ζούμε με λιγότερα, θα μάθουμε να λειτουργούμε λιγότερο παρορμητικά και η κάθε πράξη μας εύχομαι να είναι μια ιερή πράξη μέσα στο μέλλον. Η Ελλάδα, που χρόνια τώρα κανείς δεν την αγάπησε, μας ζητά αγάπη και πρέπει να της τη δώσουμε. Με ψυχή και συνείδηση. Ζήσαμε τόσα χρόνια με χιλιάδες ψέματα σε κάθε επίπεδο, προσωπικά, συναισθηματικά, οπτικά, τηλεοπτικά, καθημερινά και το όνειρό μας ήταν μόνο πώς θα βρούμε μια καρέκλα που να μας δίνει λεφτά. Το Σύμπαν δεν είναι ποτέ άδικο. Ο άνθρωπος υπήρξε άδικος με το Σύμπαν. Η πρώτη συμβουλή που μου έδωσε η γιαγιά μου όταν ήμουν παιδί ήταν «ό,τι σπείρεις θα θερίσεις». Τώρα είναι η εποχή του θερισμού για τον καθένα από εμάς σε κάθε επίπεδο.

Last Drive, ροκ συγκρότημα
Ορμητήριο πειρατών της ιδιοτέλειας
Η αντιγραφή ξένων δημοσιογραφικών προτύπων, σε μια Ελλάδα του '80 που θύμιζε περισσότερο Μέση Ανατολή παρά Δύση, φάνηκε παράταιρη από την αρχή. Κάποιοι επιχείρησαν έτσι να αντισταθμίσουν τη στέρηση και τον καταναγκασμό που κυριαρχούσαν στα κομματικά μαντριά της μεταπολίτευσης, αρχικά στα περιοδικά κι έπειτα στην τηλεόραση. Σιγά σιγά έπεισαν πολλούς ότι το μόνο που τους έλειπε για να είναι ευτυχισμένοι ήταν αυτό που δεν έλειπε από τον διπλανό τους? καμία ικανοποίηση ποτέ, μόνο υπερκατανάλωση. Η στιγμή αποκόπηκε από την εμπειρία, το σώμα προβλήθηκε ενοχικά με αναπαραστάσεις μίσους, η σεξουαλική απελευθέρωση ήρθε καθυστερημένα από την πίσω πόρτα, σαν άλλο ένα αγαθό της δήθεν ευμάρειας, χωρίς να έχει περάσει από την κοινωνία? κατακερματίστηκε και κρεμάστηκε στα περίπτερα για να πουληθεί. Από την παραγωγή για την ανάγκη περάσαμε στην παραγωγή της ανάγκης, μια πολιτιστική εκδοχή του θατσερικού There is no alternative, σε μια κοινωνία με τεράστια παράδοση στην εσωστρέφεια.

Το παραμύθι της ισχυρής Ελλάδας -ισχυρής με τη μαφιόζικη έννοια- ειπώθηκε τόσες φορές που έγινε μοιραία το φανταστικό διακύβευμα μιας αρκετά μεγάλης μερίδας ανθρώπων, μπλέχτηκε με το σκυλο-ποπ, τα καταναλωτικά δάνεια και τον εθνικισμό και βοήθησε να φουντώσει η ξενοφοβία. Διαπλάθοντας ένα έθνος χαμηλής συναισθηματικής νοημοσύνης σύμφωνα με τα δικά της μέτρα -αλλά και στηλιτεύοντάς το ταυτόχρονα ως απολίτιστο- η νέα ισχυρή τάξη του λαϊφστάιλ οραματίστηκε μια χώρα ιδιωτικό ορμητήριο πειρατών της ιδιοτέλειας και σε ορισμένο βαθμό το πέτυχε. Οποιος παρέκκλινε, όποιος έβλεπε τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα αυτής της επιβολής -που με τους Ολυμπιακούς άγγιξε την καθολική παράνοια και αναβαθμίστηκε αισθητικά- χαρακτηριζόταν στην καλύτερη περίπτωση γραφικός και στη χειρότερη εσωτερικός εχθρός.

Η νευρικότητα του λαϊφστάιλ επιχείρησε να αφαιρέσει κάθε ίχνος πραγματικής ζωντάνιας από τους νέους, αλλά όπως όλοι γνωρίζουμε, κάτι τέτοιο είναι αδύνατον να συμβεί. Χώρισε τη νεολαία σε «φυλές» αναπαράγοντας τους χοντροκομμένους, αρχαϊκούς διαχωρισμούς της μουσικής βιομηχανίας, την ίδια εποχή που πάνκηδες, ροκαμπιλάδες και φρικιά ήταν όλοι μαζί στις συναυλίες και στον δρόμο. Ποτέ δεν πήραν χαμπάρι τι έτρεχε πραγματικά ούτε στη μουσική ούτε στο underground, πουθενά. Οικειοποιήθηκαν με το έτσι θέλω ένα σωρό σύμβολα που σήμαιναν κάτι, αλλά όταν πέρασαν στα χέρια τους έγιναν απλά μασκαριλίκια, και αυτό ήταν από μια άποψη απελευθερωτικό, γιατί έτσι τα σύμβολα -στο ροκ εν ρολ για παράδειγμα- έγιναν για πάρα πολλούς περιττή υπόθεση.

Σήμερα, όλο αυτό το παραλήρημα, η συλλογική ενοχοποίηση από τις ίδιες μούρες που επί χρόνια μας έλεγαν ότι όποιος δεν καταναλώνει δεν υπάρχει, προδίδει την αγωνία τους, γιατί οι μάσκες έχουν πέσει και το παραμύθι δεν πουλάει πια. Το ότι συνεχίζουν να περιφέρονται στα τηλεοπτικά στούντιο, λες και δεν τρέχει τίποτε, απλώς επιβεβαιώνει το θράσος τους.

Παναγής Παναγιωτόπουλος, πολιτικός επιστήμων, Πανεπιστήμιο Αθηνών
Η ευμάρεια, οι αντιφάσεις της και οι ευθύνες των ελίτ
Η κρίση μας υποχρεώνει να πάμε αρκετά πίσω. Η μεταπολεμική Ελλάδα ήταν μια κοινωνία αναγκών και όχι απολαύσεων. Και μια κοινωνία της εργασίας και της παραγωγής. Πάνω σε αυτήν οικοδομήθηκε η απολαυστική κοινωνία της μακράς μεταπολίτευσης. Δεν ήταν όμως μια δίκαιη ή καλύτερη κοινωνία όπως νομίζουν κάποιοι. Για εκείνη τη ραγδαία ανάπτυξη εργάστηκαν τεράστιες μάζες αποκλεισμένων από τις προνομίες του Δημοσίου (στα όρια ενός πολιτικού απαρτχάιντ). Ηταν και τότε το κράτος πελατειακό, διογκωμένο και προνομιακό σε σχέση με τον κοινωνικό κύκλο της ελεύθερης οικονομίας της βιοπάλης.

Από το 1974, και πιο ριζικά από το 1981, με άγαρμπο και συντεχνιακό - κομματικό τρόπο θα αρθεί ο αποκλεισμός. Ειδικότερα το ΠΑΣΟΚ θα «θεραπεύσει» τον αποκλεισμό, προχωρώντας σε έναν απότομο εκδημοκρατισμό της κοινωνικής μηχανικής, διευρύνοντας τον ρόλο του κράτους - εργοδότη. Και η πιο αυστηρή κριτική αυτής της περιόδου δεν μπορεί όμως να παραβλέψει ότι η μεσαία τάξη, που σήμερα απειλείται, γεννήθηκε με αυτόν τον τρόπο. Και μαζί της εκσυγχρονίστηκαν ουκ ολίγες παραδοσιακές κοινωνικές δομές, θεσμοί, πρακτικές (αλλαγή στις ενδοοικογενειακές σχέσεις, στη σεξουαλικότητα, στις σχέσεις των φύλων κ. ά.). Η ευμάρεια του '80, με τις μύριες αντιφάσεις της, είναι που συγχρόνισε τη ζωή μας με τον δυτικό τρόπο, διαλύοντας παραδοσιακούς καταναγκασμούς αλλά και την αποπνικτική υπερπολιτικοποίηση της πρώτης μεταπολίτευσης.

Εκσυγχρονισμένες ζωές, λοιπόν, με απολαύσεις και ναρκισσισμό, που βρέθηκαν να συνυπάρχουν με ένα πολιτικό σύστημα και μια παραγωγική δομή που εμμονικά παρέμειναν αρχαϊκά. Συνεπώς, το να πούμε ότι ευθύνεται η πρόσβαση στις σύγχρονες ελευθερίες και τους νέους καταναγκασμούς που αυτές γεννούν, είναι και απλοϊκό και μονομερές. Οι ευθύνες των ελίτ, που δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν τον εκδυτικισμό της καθημερινής εμπειρίας και που τον εγκατέλειψαν χωρίς πλαίσιο και νοηματοδοτική αφήγηση ίσως να είναι σημαντικότερες. Η ιδέα ότι φταίει η κατανάλωση και το lifestyle που κακομάθαμε και ότι στον ατομικό αυτοπροσδιορισμό και την επιθυμητική κοινωνία θα οφείλαμε να αντιπαραθέσουμε μια πιο ταιριαστή «παλιά» κοινωνία σεμνότητας, ταπεινότητας και διαχείρισης της φτώχειας, είναι απλώς μια μνησίκακη φωνή του νεοσυντηρητικού ελιτισμού. Εξ άλλου, αυτό δεν ήταν και το παρασύνθημα της πρόσφατης λεηλασίας μας;

Θαν. Τσιρταβής, διαφημιστής
Ο βολβός του φυτού υπήρχε χρόνια πριν
Το 1981 αρχίζει με την εκλογή του ΠΑΣΟΚ μια νέα τάξη πραγμάτων, που δίνει την ευκαιρία στον κόσμο που αισθανόταν στην απ' έξω να μπει στο σύστημα και να πλουτίσει, όχι απαραίτητα με νόμιμους τρόπους. Ολο αυτό καλύφθηκε κάτω από ένα παχύ ιδεολογικό βερνίκι ότι οι αδικημένοι δικαιώνονται, απενοχοποιήθηκε η χαρά μιας ύποπτης ευωχίας. Ερχονται άλλοι άνθρωποι στα πράγματα, οι ηττημένοι του Εμφυλίου.

Η βάση όμως για τον κοινωνικό αμοραλισμό δεν τέθηκε τότε, απλώς παροξύνθηκε και ντύθηκε με έναν ιδεολογικό μανδύα. Θα έλεγα ότι στη δεκαετία του '80, είδαμε να μεγαλώνει ένα φυτό, του οποίου ο βολβός προϋπήρχε. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα όπου δεν τιμωρήθηκαν οι συνεργάτες των Γερμανών και αξιοποιήθηκαν μάλιστα από το μετέπειτα καθεστώς.

Ακολούθησαν πολλά παρόμοια τραύματα μη απόδοσης δικαιοσύνης, που μας άφησαν πολλές ουλές. Οταν λέμε σήμερα «να βρεθούν οι ένοχοι», επανερχόμαστε σε αυτήν την παιδεία της ατιμωρησίας που γαλούχησε τόσες γενιές. Ανάμεσα στο τότε και το σήμερα, υπάρχει μια γέφυρα: είναι η συνείδησή μας. Αυτό είναι το πρόβλημα, αυτή είναι και η ευκαιρία μας.

Σοφία Κιντή, δημοσιογράφος
Τα θέματα ήταν η ίδια μας η ζωή
Στο «Kλικ» ήμουν από το πρώτο τεύχος. Το φτιάξαμε άνθρωποι που βρεθήκαμε κάπως τυχαία αλλά μοιραζόμασταν ένα κοινό χαρακτηριστικό: είχαμε σπουδάσει κάτι που δεν το είχαμε κάνει επάγγελμα, ήμασταν όλοι λίγο στο φλου. Μας μάζεψε ο Πέτρος (σ. σ. Κωστόπουλος, διευθυντής του «Kλικ»)  και για ένα μεγάλο διάστημα το περιοδικό ήταν κάτι σαν παιχνίδι. Μπορεί να ξενυχτάγαμε αλλά σε όλο αυτό δεν υπήρχε καμία αντίληψη επαγγελματικής κατάστασης, στις συσκέψεις λέγαμε τι κάναμε το προηγούμενο βράδυ και τα θέματα προέκυπταν έτσι. Τα θέματα ήταν η ζωή μας, για όλους μας μια νύχτα που δεν θα βγαίναμε ισοδυναμούσε με μια χαμένη νύχτα. Το σλόγκαν του «Kλικ» («η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή») ήταν ένα είδος απάντησης σε πιο πολιτικοποιημένα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας που αντιμετώπιζαν το περιοδικό με σκεπτικισμό. Μια απάντηση που κωδικοποιούσε τις «αξίες» του «Kλικ», τη χαρά της ζωής και την αποενοχοποίηση της ελαφρότητας.

Αυτός ο κύκλος έκλεισε στα μέσα της δεκαετίας του '90, όταν τα έντυπα άρχισαν να μην προκύπτουν μέσα από παρέες και ιδέες αλλά από έρευνες αγοράς. Αν το «Kλικ» πήγαινε καλά, έπρεπε να βγουν δέκα «Kλικ» κ. ο. κ. Είχε χαθεί, δηλαδή, η αθωότητα εκείνης της πρώτης περιόδου όπου όλα κυλούσαν σε μια ρευστή, ανέμελη περιοχή ανάμεσα στον ερασιτεχνισμό και τον επαγγελματισμό. Σήμερα η κρίση δίνει ευκαιρία για ένα γερό ξεσκαρτάρισμα. Θα γίνουν πράγματα που έπρεπε να έχουν γίνει εδώ και πολλά χρόνια.

Πηγή: Καθημερινή, 16.05.2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου