Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Φτάνει με την Κολακεία της Νεότητας

 Συνέντευξη του Νίκου Παναγιωτόπουλου και του Σωτήρη Δημητρίου (δημιουργών της ταινίας "Τα οπωροφόρα της Αθήνας) στον Δημήτρη Μαστρογιαννίτη

Εμείς οι δύο

Νίκος Παναγιωτόπουλος: Ούτε εγώ ούτε ο Σωτήρης πραγματευόμαστε ένα θέμα – α­πλά το ανακοινώνουμε. Έλεγε κάποιος για τον Τζόις «δεν έγραψε ποτέ για κάτι, αλλά ήθελε αυτό που έγραφε να είναι κάτι». Νομίζω πως είμαστε και οι δύο αυτής της σχο­λής. Επιπλέον μας ενώνει μια α-φιλοδοξία.
 
Σωτήρης Δημητρίου: Είναι μια φιλοδοξία που ελπίζουμε να μας οδηγήσει στην αμε­ριμνησία – το πιο φιλόδοξο ανθρώπινο σχέδιο. Έχουμε βέβαια ο καθένας τις εμμονές του, τις οποίες και συνεχώς διαπραγματευόμαστε με την τέχνη μας.
 
Βιβλίο και ταινία

Σ.Δ.: Η ταινία λειτουργεί αυτόνομα, είναι μια νέα δημιουργία, γι’ αυτό και δεν τίθεται θέμα συγκρίσεων. Θα τη χαρακτήριζα ποιητικό δοκίμιο για τη ζωή και την τέχνη. Είναι μια ταινία που τη βλέπεις μ’ ένα εσωτερικό χαμόγελο.
 
Ν.Π.: Ο Σωτήρης μού δήλωσε: «επειδή δεν μ’ ενδιαφέρει να δω το βιβλίο μου στον κι­νηματογράφο, θα ήθελα να με εκπλήξει ευχάριστα, ακόμα κι αν πρόκειται για προδο­σία», θέση που μου έλυσε τα χέρια. Γιατί θέλησα να το μεταφέρω στον κινηματογράφο; Η καταγωγή της επιθυμίας είναι άγνωστη, γιατί όπως λέει το βιβλίο «αγάπη είναι αυτό που συμβαίνει χωρίς λόγο». Ξέρω πάντως πως μου άρεσε επίσης γιατί παρουσιάζει τον κόσμο μέσα από μια αμφισημία και όχι μέ­σα από βεβαιότητες. 
 
Βεβαιότητες και αμφιβολίες
 
Σ.Δ.: Κάποτε υπήρχαν βεβαιότητες – η ζωή ήταν γέννηση, γάμος, τεκνοποιία, θάνατος, με τη θρησκεία επιστέγασμα. Σήμερα, στην εποχή του ατομισμού, δεν υπάρχει απολύτως καμία.
 
Ν.Π.: Οι πολιτισμοί γεννιούνται με βεβαιότητες και πεθαίνουν με αμφιβολίες. Η αμφιβολία μπορεί να είναι η υπέρτατη φιλοσοφική στάση, όμως οδηγεί στην καταστροφή. Η εμφάνιση για παράδειγμα ενός νέου με βεβαιότητες μπορεί να σε διαλύσει.
 
Νέοι και γέροι
 
Ν.Π.: Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την κολακεία της νεότη­τας – είναι σαν να υποτιμούν τους νέους. Όλα αυτά ξεκινάνε από κάτι μουστόγριες καρεκλοκένταυρους που ελπίζουν με αυτό τον τρόπο να κερδίσουν για πάρτη τους. Κάποτε ένας διευθυντής της ΕΡΤ με ρώτησε αν συμφωνώ στο να βοηθήσει τους νέους. Όχι, του απάντησα. Να βοηθήσεις μόνο ό,τι είναι καλό. Στον Μάη του ’68 ένα σύνθημα που φωνάζαμε ήταν το «κάτω ο διαχωρισμός».
 
Σ.Δ.: Δεν υπάρχει χειρότερο από τα δίπολα. Νέος-γέρος. Άρρω­στος-υγιής. Όμορφος-άσχημος. Άνδρας-γυναίκα. Ετερόφιλος-ομοφυλόφιλος. Το σημερινό πρότυπο είναι ένα: Άνδρας, Νέ­ος και Εύρωστος – όλοι οι υπόλοιποι είναι εξοβελισταίοι. Ο καλλιτέχνης πρέπει να άρει τους διαχωρισμούς.
 
Συγγραφέας και Καρπουζοκέφα­λος
 
Ν.Π.: Οι δύο ήρωες του βιβλίου –ο συγγραφέας που στοχάζεται για την τέχνη του και ο ήρωας του διηγήματός του, ο χαζούλης Καρπουζοκέφαλος που ψάχνει τα οπωρο­φόρα της Αθήνας– είναι οι δύο εκφάνσεις του ιδίου προσώπου. Αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ της οξύνοιας και της αμβλύνοιας είναι για μένα το θέμα του βιβλίου. Η τελευ­ταία δίνει περισσότερο χώρο να εισχωρήσει το άρρητο και το σκοτεινό, ενώ η πρώτη εί­ναι πιο επιθετική. Ο συγγραφέας ζηλεύει το αθώο βλέμμα του ήρωά του στα πράγματα – θα γίνει το μέσο κατάδυσής του στην παιδική του ηλικία, κάτι που μας αγγίζει όλους μας. Γιατί ποιος δεν έκλεψε σύκα, δεν ανέβηκε σε μουριές, δεν τρύγησε το καλοκαίρι κόβοντας φρούτα ή δεν είπε τις χοντράδες που αναφέρονται στο βιβλίο και στην ται­νία: «μαύρα μούρα, άσπρα μούρα είσαι μια παλιοχαμούρα» ή το «έρμα μου νιάτα και πού τσαλακωθήκατε»; Πάντως το να είσαι έξυπνος συνεχώς είναι απάνθρωπο, ενώ η χαζομάρα λειτουργεί απελευθερωτικά. 
 
Σ.Δ.: Η ευφυΐα νομιμοποιεί την ύπαρξη των ψυχιάτρων.
Αν η συμπεριφορά του Καρπουζοκέφαλου ήταν νόμιμη –δηλαδή αν δεν μας έδειχναν με το δάχτυλο όταν προχωράμε στο δρόμο παραμιλώντας ή κάνοντας ασκήσεις γυ­μναστικής κ.λπ.– σιγά-σιγά θα εξέλιπαν οι ψυχίατροι και θα επερχόταν επιτέλους η απελευθέρωση της κοινωνίας.
 
Τρέλα και λογική

Ν.Π.: Η μεγαλύτερη έκπληξη αυτής της πόλης είναι ότι κυκλοφορούν ακόμη τρελοί – στον Κουρή δίδαξα το ρόλο βάσει ενός υπαρκτού τρελού. Υγιής βέβαια τρέλα είναι να αίρεσαι πάνω από τον καθωσπρεπισμό, το φόβο και το προσωπείο. Την κακή πλευρά της κουβαλούν όλοι οι καλοσιδερωμένοι που βγαίνουν στις τηλεοράσεις ή όλες αυ­τές που γελούν πρωί-πρωί στις εκπομπές. Μα τι βρίσκουν και γελάνε 10 η ώρα το πρωί; 

Σ.Δ.: Τώρα που είπες για δημοσιογράφους, πρέπει να επισημάνω πως οι διάφοροι μεγαλοδημοσιογράφοι-μεγαλοανόητοι καλό είναι πριν βάλουν για ψύλλου πήδημα σε τίτλο μια ψυχική ασθένεια (π.χ. «Σχι­ζοφρένεια στη Βουλή»), να σκεφτούν πως είναι ευαίσθητοι οι άνθρω­ποι με ψυχικά προβλήματα και επιπλέον πως είναι αναγνώστες των εφημερίδων τους ή θεατές των εκπομπών τους.

Όμορφη και άσχημη Αθήνα

Ν.Π.: Καταρχήν σε μια πόλη πρέπει να ψάχνεις για να βρεις αυτό που θέλεις. Αν θέλεις μια υπέροχη πόλη, θα τη βρεις. Την Αθήνα τη λα­τρεύω. Είναι μια πόλη για να ζω. Με πολλές και διαφορετικές πλευρές – στις ταινίες μου χρησιμοποίησα κάθε φορά και άλλη. Εξάλλου την ομορφιά τη συναντάς στο χρήσιμο και η Αθήνα έτσι είναι φτιαγμένη. 

Σ.Δ.: Νους ορά και νους ακούει. Προσωπικά τα μέρη που έχουν χτιστεί με καλλιτεχνική πρόθεση, που μου θυμίζουν σκηνικό θεάτρου, δεν μου αρέσουν τόσο όσο αυτά που προέκυψαν από ανάγκη ζωής και έχουν το μεράκι. Προτιμώ ένα δρόμο με μηχανουργεία. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν χαίρομαι να περπατάω στη Διονυσίου Αρεοπα­γίτου.
 
Με τέτοιον καιρό πώς να δουλέψεις;

Σ.Δ.: Δεν μπορώ να γράψω με καλό καιρό. Όπως έλεγε ο Νί­τσε, «ούτε μια σκέψη καθιστός». Περπατώντας συμβαίνει κάτι καταπληκτικό. Οι κακές σκέψεις μένουν πίσω λόγω αδράνειας – με το βάδισμα και ακόμα περισ­σότερο με το κολύμπι καταλήγεις ξεχρεωμένος.

Ν.Π.: Με το κρύο και τη σκοτει­νιά, μπορείς άνετα να κάτσεις και να γράψεις ένα πολύτομο έργο για τον Ναπολέοντα. Με τόσο καλό καιρό πώς να το κάνεις; Ο Ελύτης έλεγε: «Μια ραχούλα στη Σέριφο αξίζει όσο όλος ο Χάιντε­γκερ». Ίσως αυτοί γράφουν για να δημιουργήσουν τη ραχούλα.

Πηγή: Athens Voice, 21.09.2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου