Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Σωκράτης Μάλαμας - Βιογραφική Συνέντευξη



> Γεννήθηκα το 1957 στη Συκιά Χαλκιδικής, στο τέρμα της Σιθωνίας. Ένα πανέμορφο χωριό με 5.000 κατοίκους χτισμένο πάνω στο τελείωμα ενός βουνού. Ήταν ένα μυθικό μέρος με παλιά σπίτια, αρχοντικά, διώροφα, τριώροφα και πέτρινα με ξύλινες βεράντες. Είχε ένα χρώμα ακαθόριστο, όσον αφορά τον χρόνο. Όταν βλέπω το χωριό μου, μου έρχεται στο μυαλό το 300 μ.Χ. Κάπως έτσι φαντάζομαι ότι θα ήταν οι κωμοπόλεις τότε στην επαρχία.

> Οι γονείς μου ήταν αγρότες. Ο πατέρας μου ήταν περιστασιακά και ξυλοκόπος. Έκοβε και κατέβαζε πεύκα από τα ψηλά του βουνού με μουλάρια και άλογα. Έβγαζε ένα μεροκάματο της τάξης των 5 δραχμών. Σκέψου ότι με 5 δραχμές τότε αγόραζες 2 κονσέρβες Swan.

> Όταν ήμουν πέντε ετών οι γονείς μου αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στη Γερμανία, στη Στουτγάρδη. Η πρώτη εικόνα που αντίκρισα εκεί ήταν αρρωστημένη για ένα παιδάκι στην ηλικία μου. Ήταν σαν να ζωντανεύουν οι εφιάλτες που βλέπεις στα όνειρά σου. Ξαφνικά, από εκεί που ήμουν ένα με τη γη, βρέθηκα μέσα από ένα ταξίδι 45 ωρών με το τρένο στην καρδιά της βιομηχανικής Ευρώπης, ανάμεσα σε υψικαμίνους και ένα μολυσμένο ποτάμι με μαούνες να μεταφέρουν κάρβουνα από το πουθενά στο πουθενά. Μέναμε σε ένα διαμέρισμα μαζί με άλλες τρεις οικογένειες Ελλήνων, κάθε οικογένεια σε ένα δωμάτιο. Γρήγορα αρρώστησα βαριά για περίπου έναν χρόνο. Ο  οργανισμός μου δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στο κλίμα.

> Στα 12 επιστρέφω στην Ελλάδα και κάνω τις δυο πρώτες τάξεις του γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη, όπου έμενε η αδερφή μου. Στη Γ' Γυμνασίου πήγα σχολείο στον Άγιο Νικόλαo Χαλκιδικής. Ήμουν απείθαρχος μαθητής, άλλαζα συνέχεια σχολεία, έκανα αηδίες μέχρι που με έδιωξαν από όλα τα γυμνάσια της χώρας. Ευτυχώς, βρέθηκε μια θαυμάσια γυναίκα στο συμβούλιο των καθηγητών, στο γυμνάσιο του Αγίου Νικολάου, με υπερασπίστηκε και με ξαναπήραν την επόμενη χρονιά.

> Όταν τελείωσα το σχολείο ξαναγύρισα στη Γερμανία. Θεωρούσα ότι ήταν μια νέα διέξοδος για μένα. Μπήκα κατευθείαν στο προκαταρκτικό εξάμηνο για ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος και έκατσα εκεί δυόμισι χρόνια, συνεχίζοντας παράλληλα τις μουσικές σπουδές που είχα ξεκινήσει στη Θεσσαλονίκη. Δεν με έπειθε, όμως, καθόλου το πανεπιστημιακό θέμα. Εγώ έπαιζα μουσική από μικρός. Δεν είχα βλέψεις να κάνω κάτι σπουδαίο. Μου άρεσε να διαβάζω αυτά που ήθελα εγώ, να βλέπω πίνακες ζωγραφικής, να παρακολουθώ θέατρο όταν είχα τη δυνατότητα. Μου άρεσε να μελετώ ποίηση. Στα 13 μου διάβαζα τον Τοίχο του Σαρτρ - φαντάσου πόσο μπορεί να δηλητηριαστεί ένα παιδί από τέτοια αναγνώσματα. Διάβαζα Ρεμπώ, Μπωντλαίρ, θεατρικά, τη Δίκη του Κάφκα. Συγκλονιστικά αναγνώσματα. Βέβαια, έπεφτα μέσα σε ένα λαβυρινθώδες εσωτερικό περιβάλλον και πολλές φορές περνούσα μέρες ολόκληρες σε σιωπή. Σταματούσα να μιλώ, δεν επικοινωνούσα με το περιβάλλον και στο σχολείο αισθανόμουν ξένος. Ίσως ένιωθα και μια εσωτερική έπαρση. Μια υποκριτική ιδιότητα του ανθρώπου να ενστερνίζεται το εξωτερικό δράμα και να το κάνει δικό του.

> Εκείνη την εποχή στη Γερμανία άκουγα όλο το κλασικό ρεπερτόριο. Led Ζeppelin, Rolling Stones, Creedence Clearwater Revival. Πηγαίναμε σε διάφορες κρατικές λέσχες νεολαίας όπου υπήρχε ασύδοτη ελευθερία. Μπορούσες να πιεις, να καπνίσεις, να γλεντήσεις, να κάνεις ό,τι θες, απλά υπήρχαν εκεί κοινωνικοί λειτουργοί που σε συμβούλευαν τι είναι καλό και τι όχι. Μετά άρχισαν να δημιουργούνται τα kelar, υπόγειοι, παράνομοι χώροι, όπου έδινες 2-3 μάρκα, σου έβαζαν μια σφραγίδα στο χέρι και γινόταν χαμός από κόσμο, χασίς και χάπια. Δοκιμάζαμε τα πάντα, γινόμασταν κουρούμπελα, χάναμε τον ορίζοντα από μπροστά μας, ενώ πολλά παιδιά έπαθαν και ζημιές. Ήταν κάτι σαν τα ρέιβ πάρτι που ήρθαν εδώ πολλά χρόνια μετά.

> Μια χιονισμένη μέρα, πηγαίνοντας στη σχολή, βγήκα από το μετρό και αντίκρισα τα δυο παράλληλα κτίρια του πανεπιστημίου, που ήταν κάπως σαν τους δίδυμους πύργους. Αμέσως έκανα στροφή, γύρισα σπίτι, πήρα μια τσάντα με πέντε ρούχα, πήγα στον σταθμό του τρένου και γύρισα πίσω στην Ελλάδα. Στον σταθμό της Θεσσαλονίκης με περίμεναν κάτι φίλοι με το αυτοκίνητο να με πάρουν και να πάμε να πιούμε. Εγώ τους ζήτησα να πάμε να δω τη θάλασσα. Πήγαμε στην παραλία, κάτσαμε μισή ώρα και, καθώς φεύγαμε, στα 200 μέτρα μας χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Ο διπλανός μου σκοτώθηκε και οι υπόλοιποι τρεις κομματιαστήκαμε.

> Όταν έγινα καλά πήγα φαντάρος και μετά ξεκίνησα να δουλεύω στο Πόρτο Καρράς. Καθάριζα τζάμια και πατώματα, έκανα τον συνοδό στο λεωφορείο από το αεροδρόμιο, τον ταμία στο pool bar, δούλεψα στο λογιστήριο. Γρήγορα, όμως, αποφάσισα να φύγω και να κατέβω στην Αθήνα για να γραφτώ στο Εθνικό Ωδείο, στην πλατεία Βάθη. Είχα ακούσει το Βαγγέλη τον Ασημακόπουλο, τον Μπουντούνη και τον Μαυρουδή να παίζουν σε δίσκους και έλεγα «αυτοί είναι κιθαρίστες». Ξεκίνησα στο τμήμα του Ασημακόπουλου κι ενώ ήμουν καλός, η οικονομική ανάγκη με έκανε να αρχίσω να δουλεύω στα σκυλάδικα.

> Το πρώτο σκυλάδικο που δούλεψα ως κιθαρίστας ήταν η Ιφιγένεια στη Συγγρού. Αυτά τα μαγαζιά ήταν πολύ underground τότε. Όλος ο υπόκοσμος και οι τραβεστί εκεί μαζεύονταν. Κάθε βράδυ υπήρχαν πολλή βία, ένταση και συναίσθημα. Το ξημέρωμα έπρεπε να γίνει κάποιος ξυλοδαρμός, κάνα μαχαίρωμα, να βγουν πιστόλια, κάποιος έπρεπε να δείξει τον ανδρισμό του, κάποιος έπρεπε να πάρει τον ρόλο της γυναίκας. Οι θαμώνες έπαιζαν περίεργους ρόλους. Η κατάσταση είχε μια συναισθηματική επίφαση κι ένα δράμα το οποίο ήταν ψευδές. Βέβαια, οι πρωταγωνιστές σίγουρα περνούσαν το δράμα τους. Οι θαμώνες, οι ακροατές, οι παρατηρητές, δεν καταλάβαιναν τίποτα, δεν μπορούσαν να καταλάβουν αυτό το έργο. Πέρασαν πολλά χρόνια για να κατανοήσω τον λόγο που οι άνθρωποι βασανίζονταν τόσο πολύ. Δεν γούσταρα καθόλου τη φάση. Όταν τελείωνα τη δουλειά, έπαιρνα τις 800 δραχμές του μεροκάματου και σκεφτόμουν ότι τώρα θα πάρω ένα ταξί, θα πάω σπίτι, θ' ανοίξω την μποτίλια του υγραερίου, θα βάλω πανιά στα τζάμια και δεν θα ξυπνήσω ποτέ.

> Μετά, βρήκα απάγκιο στα νυχτομάγαζα της Πλάκας. Εκεί που ξεκινούσαν με δημοτικά και κατέληγαν σε Διονυσίου. Τότε, κάπου μεταξύ '81 και '83, ο κόσμος έβγαινε στην Πλάκα όπως πηγαίνει τώρα στην παραλία το καλοκαίρι. Δούλευα στον Άτταλο, στον Κρητικό, στου Μοστρού, στη Λητώ. Όλα τα προάστια ξεχύνονταν εκεί με τα καλά τους για να δείξουν οι κοπέλες την ομορφιά τους και οι άντρες τη μαγκιά τους. Κι εκεί γίνονταν φασαρίες. Όχι όπως στο σκυλάδικο, όμως. Εκεί τραγούδαγα κιόλας. Έλεγα βαριά λαϊκά. Είχα το ταμπεραμέντο, είχα και το ρεπερτόριο από μικρός στο σπίτι. Άκουγα Καζαντζίδη, Διονυσίου, Μπιθικώτση, όλους τους λαϊκούς τραγουδιστές, αλλά και τους ρεμπέτες, τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη και τους υπόλοιπους. Με το τραγούδι ανέβαινε και το μεροκάματό μου. Από τις 800 δραχμές που έπαιρ- να έφτανα στις 1.800. Αλλά μετά δεν μπορούσα να δουλεύω μέχρι τα ξημερώματα και να έχω εξεταστική το πρωί στο ωδείο. Έτσι, μετά από τρεισήμισι χρόνια τα μάζεψα και γύρισα στη Θεσσαλονίκη.

> Έπιασα δουλειά ως δάσκαλος στο Ωδείο Βορείου Ελλάδας, αλλά έπαιρνα έναν μισθό της πείνας. Όταν σε κυνηγάει ο λυσσασμένος σκύλος της ανάγκης, δεν υπάρχει καμιά ρομάντζα γύρω. Όλα είναι επιβίωση. Αν ήμουν μόνος μου εντάξει, αλλά υπήρχε και το παιδί μου, που άρχισε να μεγαλώνει, και η γυναίκα μου. Η ζωή μου ήταν πολύ αλήτικη για να μπορώ να είμαι προσηλωμένος οικογενειάρχης, αλλά, παρ' όλα αυτά, έπρεπε να στρέψω την προσοχή μου σ' αυτούς τους ανθρώπους. Άρχισα να δουλεύω πάλι σε μαγαζιά στη Θεσσαλονίκη, έγραφα μόνος μου τραγούδια για να ξεφεύγω από όλο αυτό το πράγμα που δεν μ' άρεσε καθόλου. Μετά άρχισα να παίζω τα δικά μου κομμάτια σε μικρούς χώρους και τότε με πρόσεξε ο Νικόλας ο Παπάζογλου. Με ρώτησε για τα τραγούδια μου, έδειξε ενδιαφέρον και μου είπε να μπω στο στούντιο να τα ηχογραφήσω. Εγώ δεν είχα ιδέα από στούντιο. Φεύγαμε στις 7 το πρωί μεθυσμένοι από το μαγαζί μαζί με τον ηχολήπτη και πηγαίναμε στο στούντιο, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι αυτό που τραγουδούσα δεν έστεκε τονικά.

> Οι πρώτες μου εμφανίσεις ήταν με πολύ λίγο κόσμο, αλλά εγώ το θεωρούσα δώρο. Για μια πενταετία ζούσα χωρίς χρήματα. Έκανα ενδιάμεσα κάποιες εμφανίσεις σε μερικά μπαράκια σε νησιά, μάζευα κάποια χρήματα από εκεί και μετά έκλεινα δουλειές για να παίζω τα δικά μου πράγματα. Πήγαινα τρεις μήνες στη Σίφνο, μάζευα 15.000-20.000 δραχμές όταν το ενοίκιο είχε 3.000. Ήταν τόσο μεγάλο το πάθος να βγω να παίξω ή να γίνω δημοσίως χάλια, που αυτό το πράγμα υπερέβαινε όλες τις ανάγκες μου. Ήμουν 48 κιλά, ποτέ δεν πήρα σάρκα πάνω μου. Ήταν μια περίοδος εξαιρετικά έντονη και όμορφη και μεγαλειώδης. Όταν κοιτάζω πίσω βλέπω ότι αυτή η περίοδος μπορεί να ήταν μια σκοτεινή τρύπα, μια μαύρη τελεία μέσα στη ζωή μου, αλλά ήμουν απολύτως λειτουργικός, εξαναγκασμένος, και ταυτόχρονα επιζητούσα πάση θυσία την έκσταση μέσα από την εργασία μου και την επιμονή μου. Έβρισκα τροφή στα κομμάτια μου, όταν έγραφα μια μελωδία δεν χρειαζόταν να φάω ούτε να πιω. Ζούσα από αυτό το πράγμα, όπως ζω και τώρα. Απλά τώρα έχω βάλει μια απόσταση ανάμεσα σ' αυτό και στον νου και την καρδιά μου. Είμαι κάποια μέτρα μακριά από τότε. Αυτό το φέρνουν η ηλικία και η αποχώρηση από το πεδίο δράσης και βολής.

> Τίποτα δεν με ωθεί να γράψω τραγούδια. Εκεί που πίνω κρασί με τους φίλους μου ή κάνω βόλτες με πιάνει κάτι που με κάνει να στριμωχτώ, να καθίσω σε μια γωνιά και να ασχοληθώ μόνο με αυτό. Είναι όπως μπαίνεις σε ένα λιβάδι την άνοιξη και βλέπεις και τσουκνίδες και μαργαρίτες. Ελπίζω να μην έγραψα μόνο τσουκνίδες στη ζωή μου.

> Πριν από είκοσι χρόνια έγραψα το «Πάμε να φύγουμε», που έλεγε «Πάμε να φύγουμε από αυτή την πόλη, όλα ξηλώθηκαν, μείναμε μοναχοί άνθρωποι, σπίτια και φωνές». Αυτό το τραγούδι έγινε πραγματικότητα πριν από δέκα χρόνια. Σηκώθηκα κι έφυγα από τις πόλεις, πήγα σε ένα χωρίο στην Πίνδο. Στις πόλεις κατανάλωνα τη ζωή μου περισσότερο στο να «βλεπόμαστε» και όχι στο να κάνω αυτό που θέλω. Τώρα χρειάζομαι νηφαλιότητα, ησυχία και γαλήνη. Μου αρέσει να πηγαίνω με τα παιδιά μου βόλτα στα βουνά, μου αρέσουν η ησυχία και το άγνωστο σε κάθε μου βήμα. Μου αρέσει να ξαπλώνω κάτω στο χώμα και να λέω μια προσευχή.

> Έχω διδαχθεί από πολλούς καλλιτέχνες. Από τον Τούντα και τον Μπαχ, από τον Τσιτσάνη και τον Μότσαρτ, από τον Βαγγέλη Παπάζογλου και τον Χάιντν, από τον Νίκο Παπάζογλου και τον Τσικ Κορία, από τον Γαβαλά και την Ίμα Σουμάκ. Αλλά μέχρι και Lady Gaga ακούω, γιατί ακούνε και τα παιδιά μου. Τώρα τελευταία όμως το έχω γυρίσει στην τζαζ. Ακούω αυτούς τους παράφρονες ανθρώπους. Αν δεν είσαι μουσικός, θα πρέπει να είσαι η μετενσάρκωση μουσικού για να ερμηνεύσεις τα έργα τους.

> Είμαι πατέρας τεσσάρων παιδιών. Τα παιδιά σε κάνουν να βγάζεις και το θηλυκό χρώμα σου. Δεν είναι εύκολο να το παραδεχτεί ένας άντρας αυτό, αλλά όταν τα παιδιά σου σε κοιτάζουν στα μάτια είναι πολύ εύκολο να αλλάξεις ρόλο και να μπεις σε αυτόν της μητέρας.

> Όταν με ρωτάνε αν θέλω να γυρίσω τον χρόνο πίσω, απαντώ όχι, γιατί δεν θέλω να χάσω τα δώρα που μου έχει χαρίσει ο χρόνος. Να γίνω 20 χρόνων και να καίγομαι; Για ποιο λόγο; Όσοι θέλουν να γυρίσουν τον χρόνο πίσω είναι επειδή δεν έζησαν ή δεν τους επιτράπηκε να ζήσουν όπως ήθελαν. Αν λες σε ένα παιδί να συγκρατηθεί, μπορεί και να κλείσει τελείως τις μηχανές του, να μην τις ανοίξει ποτέ μέχρι τα 80 του, και τότε να γίνει ένας ηλικιωμένος που θέλει να ζήσει από την αρχή τον έρωτα της ζωής του.

> Δεν μπορώ να κρατήσω άλλο μέσα μου τη μυθολογία της κραιπάλης και της καταστροφής, αλλά δεν έχω κάνει ακόμα τον κύκλο στη ζωή μου και μπορεί να με πιάσει καμιά τρέλα και να ξανακατέβω στην Αθήνα. Μπορεί στα γεράματά μου να θέλω να ζήσω στα Εξάρχεια. Μου αρέσει αυτή η περιοχή που έχει νεολαία, φασαρίες και μπάχαλο.

> Τα ταξίδια δεν είναι στους τόπους, τα ταξίδια είναι εδώ. Έχω φύγει από το μπαρ της Γωγώς στον Νέο Κόσμο μια Κυριακή στις 7 το πρωί και περπατώντας προς το Κουκάκι ένιωσα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Σχεδόν κάθε μέρα μου είναι ένα ταξίδι και θέλω το ταξίδι μου να είναι ανεπανάληπτο.

> Δεν είμαι υπέρ των παιδιών που αρπάζουν μια πέτρα και σπάνε τις βιτρίνες. Αυτό δυναμώνει ακόμη περισσότερο την ήδη υπάρχουσα άσχημη κατάσταση. Το όνειρο γίνεται πιο δραματικό και άσχημο. Και το άσχημο δεν φέρνει εξιλέωση. Εξιλέωση είναι η γνώση ότι αυτοί οι ίδιοι που σηκώνουν την πέτρα και σπάνε το κεφάλι του άλλου ή το τζάμι, αυτοί οι ίδιοι είναι το απόλυτο φως, η απόλυτη γνώση. Γι' αυτό πρέπει να γυρίσουν και να κοιτάξουν τον εαυτό τους. Δεν υπάρχουν εχθροί εκεί έξω, οι εχθροί είναι σύμβολα.

> Ανησυχώ ιδιαίτερα για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα, με όλα αυτά τα πλήθη των απελπισμένων ανθρώπων που μου θυμίζουν το κομμάτι του Σαββόπουλου που έλεγε: «Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις / όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα / παράγκα, παράγκα, παράγκα του χειμώνα / κι εσύ μιλάς σαν πτώμα / Ο λαός,ο λαός στα πεζοδρόμια κουλούρια ζητάει και λαχεία / κοπάδια, κοπάδια, κοπάδια στα υπουργεία / αιτήσεις για τη Γερμανία». Αυτό ακριβώς ζούμε και τώρα. Κάνουμε κυκλικές κινήσεις και πέφτουμε πάνω στα χνάρια μας. Θα κάνουμε ό,τι ωραιότερο και υψηλότερο μπορούμε για να μπούμε σε μια διαφορετική κατάσταση, θα ονειρευτούμε έναν κόσμο ιδανικό, θα μάθουμε ξανά να ονειρευόμαστε. Θα γίνουμε σοβαροί ονειρευτές, όχι κωλόπαιδα. Θα πάρουμε την ευθύνη των πραγμάτων. Είμαστε υπεύθυνοι για το έργο ή δεν είμαστε; Θα πορευτούμε με τον διπλανό μας ή όχι;

> Μπορεί να λέω ότι δεν θα αποχωρήσω ποτέ από το τραγούδι, άλλα αυτό είναι ψέμα. Δεν μπορείς να παίζεις εσαεί. Τώρα έχω τη βιολογική και συναισθηματική δύναμη να το κάνω, αλλά μερικές φορές, όταν ανοίγεται μπροστά μου μια παράδοξη κατάσταση, πιο πολύ με ελκύουν το άγνωστο και η παραίτηση από την προηγούμενη εργασία μου, παρά η μουσική και το τραγούδι.

> Η αγάπη περισσότερο εκπέμπεται από εμάς προς τον κόσμο και όχι το αντίστροφο. Και η ειρωνεία είναι ότι όλοι ζητάμε την αγάπη. Ενώ στην ουσία εμείς οι ίδιοι είμαστε η αγάπη, εμείς είμαστε η ελευθερία, εμείς είμαστε η αλήθεια, από μας εκπορεύονται όλα αυτά. Είναι βασικά, ουσιαστικά συστατικά της ύπαρξης. Εάν δεν τα έχουμε αυτά, να πάμε να γαμηθούμε, να βυθιστούμε στο τίποτα.

> Τώρα πια είμαι πιο διαλλακτικός. Η κατανόηση είναι πρωτεύον στοιχείο. Δεν μετράς τους ανθρώπους με μεζούρα, αρχίζεις και τους δέχεσαι κι αυτό είναι ένα τεράστιο δώρο που στο φέρνει ο χρόνος.

> Ο χρόνος δεν με πιέζει. Ίσα ίσα μου δημιουργεί τη λαχτάρα του τέλους. Οι ψευτολάτρεις της ψευδοπραγματικότητας δεν έχουν να χάσουν τίποτα, εάν δε συνεχιστεί το έργο.

> Δεν νοσταλγώ τίποτα κι ούτε πρόκειται. Ίσως να νοσταλγώ το μέλλον.

 (Του Φώτη Βαλλάτου)

Πηγή:  LIFO, 16.03.2011

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Η Ανέντιμη Σχέση Πολιτισμού και Δημοκρατίας


(Του Αντρέα Ζαμπούκα)


Ο πολιτισμός σ΄ όλες τις εποχές απέκτησε το χαρακτήρα του από την ποιότητα των επιτευγμάτων του. Πάντα το σύνολο των υλικών, πνευματικών και ηθικών πράξεων έδινε το στίγμα στην εξέλιξη αλλά και στην ταυτότητα μιας κοινωνίας. Ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός έχει τις ρίζες του στην Αναγέννηση, στον Διαφωτισμό και ασφαλώς στην Αρχαία Ελληνική Δημοκρατική Πολιτεία. Εκεί δόθηκε η ευκαιρία της αμεσότητας στους ανθρώπους να επικοινωνήσουν ελεύθερα και με τον ισότιμο διάλογο να δημιουργήσουν Τέχνες, Επιστήμες , Φιλοσοφία και Ηθική. Είναι βέβαιο ότι ο Αριστοτέλης ποτέ δεν θα ίδρυε το «Λύκειο» στην Περσία η στην Αίγυπτο. Επίσης δεν ξέρουμε πώς θα ήταν ο κόσμος σήμερα χωρίς τις διδασκαλίες του. Έτσι η ύπαρξη της Πόλης- Κράτους έχτισε αυτό που αργότερα ονομάστηκε Πολιτισμός. Χωρίς τη δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας δεν θα έμπαιναν τα θεμέλια των μεγάλων επιτευγμάτων.

Όλοι όμως γνωρίζουν ότι κανένα πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ιδεολογία. Είναι σαφές επίσης ότι η κοινή ιδεολογία στον Διαφωτισμό, στην Αναγέννηση και στην Αρχαία Αθήνα ήταν ο ανθρωπισμός με την σπουδαία πνευματική παρακαταθήκη που εξασφάλισε για την ανθρωπότητα. Άρα λοιπόν η Δημοκρατία ως πολιτικό σύστημα και ως πολίτευμα γεννήθηκε για να πραγματώσει τον ανθρωπισμό και κατ΄ επέκταση για να παράγει πολιτισμό ικανό για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου σε υλικό, πνευματικό και ηθικό επίπεδο. Η ελεύθερη αγορά έφερε την τεχνολογία, η εδραίωση της πνευματικής ελευθερίας τα Πανεπιστήμια και η συνταγματική κατοχύρωση των θεσμών την κυριαρχία του Δικαίου στις κοινωνίες. Επομένως ο ανθρωπισμός, μέσω της δημοκρατίας, άρχισε να αισθητοποιείται και να πραγματώνεται στον πολιτισμό.

Συνδυάζοντας τώρα τις έννοιες Πολιτισμός, Δημοκρατία και Ανθρωπισμός θα περιμέναμε ότι φτάνοντας στο 2010 , η ανθρωπότητα θα είχε πια κατακτήσει τις κλασικές αξίες που καλλιεργούν την ανθρώπινη φύση και κάνουν τον άνθρωπο ευτυχισμένο. Δυστυχώς όμως, τα προβλήματα είναι πολύ μεγάλα και κάποιοι κατανοούν ότι κάτι ανησυχητικό συμβαίνει με την επιθυμητή σχέση των παραπάνω εννοιών. Προφανώς κάτι γίνεται λάθος με την εφαρμογή του συστήματος που ονομάζουμε Δημοκρατία. Οι υποδομές των σύγχρονων κοινωνιών φαίνονται ικανοποιητικές ως προς το τεχνικό μέρος του συστήματος. Για παράδειγμα υπάρχει πλούτος, τεχνολογία και δυνατότητες άμεσης επικοινωνίας. Επίσης τα συντάγματα , οι νόμοι και οι θεσμοί φαίνονται να καλύπτουν σε θεωρητική τουλάχιστον βάση όλες τις ανάγκες που παρουσιάζονται. Αφού λοιπόν το τεχνικό και θεσμικό μέρος του συστήματος που λέγεται Δημοκρατία πάνε καλά κάτι πρέπει να συμβαίνει με το οργανωτικό.

Προφανώς το οργανωτικό μέρος έχει να κάνει με τη διοίκηση , την εκτελεστική προοπτική του κράτους και τις αποφάσεις της εξουσίας. Αν λοιπόν αυτά δεν λειτουργούν σωστά τότε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να επιτελέσει το στόχο του και να ολοκληρώσει την αποστολή του που είναι η πραγμάτωση του ανθρωπισμού στην εξέλιξη του Πολιτισμού. Αναζητώντας τις αιτίες, ανακαλύπτει κανείς ότι η ρίζα του κακού βρίσκεται στην αδυναμία της Πολιτείας να δώσει ανθρωπιστική παιδεία στους πολίτες της. Επόμενο είναι λοιπόν να μην μπορούν να καλλιεργήσουν την πολιτική τους συνείδηση και ν΄ αδιαφορούν για τη σκοπιμότητα της συλλογικής δράσης στη δημιουργία πολιτισμού. Στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι μόνο το 10% των δυτικών πολιτών διαθέτει την πνευματικότητα ν΄ αντιληφθεί ουσιαστικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολίτη μέσα στο χώρο της κοινότητας. Έτσι η δημοκρατία καταντά μαζική και ανούσια μη μπορώντας να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του ποιοτικού πολιτισμού.

Καταλήγοντας, συμπεραίνουμε ότι βιώνουμε σήμερα μια τελείως ανέντιμη σχέση της Δημοκρατίας με τον Πολιτισμό. Οραματιζόμαστε, σχεδιάζουμε, επιθυμούμε την ικανοποίηση των αναγκών μας, μέσα από έναν υψηλού επιπέδου πολιτισμό, αλλά δεν έχουμε τη δύναμη να το πράξουμε αφού η δημοκρατία που έχουμε δεν είναι γνήσια και λειτουργική. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα μοιάζει να εξυπηρετεί την αστάθεια του πολιτισμού και να προωθεί συμφέροντα εξατομικευμένα και όχι συλλογικά. Η κυριαρχία του καταναλωτισμού στο όνομα της ελευθερίας προφανώς και αποτελεί περίπτωση ενός διεφθαρμένου πολιτισμού. Άρα λοιπόν, αν θέλουμε να φτάσουμε κάποτε σε επιτεύγματα που θα απελευθερώνουν πραγματικά τον άνθρωπο, πρέπει να αποκαλύψουμε αυτή τη «βρώμικη» σχέση του σύγχρονου πολιτισμού με τη νοθευμένη μαζική δημοκρατία που πολύ μικρή σχέση έχει με τη γνήσια συμμετοχική της αρχαίας «Πόλης». Η πολιτική απάθεια είναι πάντα η μεγαλύτερη αρρώστια που σιγά σιγά σαπίζει τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου νεκρώνοντας την όμορφη φύση του. Αυτή πρέπει να προσέξουμε.


(Δημοσίευση για το www.greek-articles.blogspot.com)

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Το Κορίτσι της Διπλανής Πόρτας στην Ελλάδα

Τα Κορίτσια της Διπλανής Πόρτας



 

Είναι άνεργη, μισθωτή ή δουλεύει part-time και ψάχνει απεγνωσμένα για χρήματα, κάνει one-night stand, αλλά βαριέται και το σεξ, μεθάει τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, έχει δοκιμάσει ναρκωτικά, ψάχνει για σχέση, αλλά απαξιώνει τους άντρες. Τριάντα γυναίκες από 20 έως 40 ετών απαντούν στο ίδιο ερωτηματολόγιο. Έχει αλλάξει το κορίτσι της διπλανής πόρτας;



Το περιοδικό «Μissbehave» βγήκε το 2006 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης για να μιλήσει για τη χιπ γυναίκα της διπλανής πόρτας. Το περιοδικό περιείχε τη στήλη «DILF» (Dad I 'd like to fuck), προφανώς ως αντιπερισπασμό στη γνωστή κατηγορία ΜΙLF (Mum I 'd like to fuck), που αναφέρεται σε ώριμες, σέξι γυναίκες. Στο site του περιοδικού, εκεί που ανέβαζαν οι συντάκτριες βίντεο και μπλογκ  που έχει μείνει ακόμα στη θέση του ενάμιση χρόνο μετά το κλείσιμο του περιοδικού- δυο συντάκτριες γύρω στα 25 κοιτάνε μεθυσμένες έναν φούρνο μικροκυμάτων, καπνίζοντας έναν μπάφο και γελώντας υστερικά. Έχουν μόλις γυρίσει απ' έξω, η μία φοράει μοβ κολλάν και μια παρδαλή γούνα. Από κάτω το κείμενο μιλάει για το hangover τους και τα one night-stands τους. Στην Ελλάδα το πορτρέτο της νέας γυναίκας ξεπρόβαλε στο τέλος της δεκαετίας του '90, μέσα από τίτλους όπως αυτοί που είχε το «Cosmopolitan». 

Εκτός από τις ιστορίες για τα 101 σανδάλια που πρέπει να αγοράσει κανείς αυτό το καλοκαίρι και την τελευταία μαγική δίαιτα με σταφύλια και διάλυμα στοματικής υγιεινής, για πρώτη φορά τα περιοδικά κατέγραφαν ρεαλιστικά πώς ζούσε το κορίτσι της διπλανής πόρτας: προβλήματα σχέσεων, χρήματα, οι καλύτερες στάσεις για να έρθεις σε οργασμό και πιπεράτες σεξουαλικές ιστορίες με πρωταγωνίστρια κάποια ανώνυμη που αποφάσισε να ζήσει κάτι διαφορετικό κι έτσι έκανε μεθυσμένη one-night stand με τον καλύτερο φίλο του πατέρα της στο αυτοκίνητο, έξω από το εξοχικό της. Δέκα και κάτι χρόνια μετά, ούτε αυτό το μοντέλο δεν είναι πια αρκετό για να περιγράψει τη ζωή μιας κοπέλας της διπλανής πόρτας (υπάρχει αυτό το πράγμα; Ποιος ξέρει!).
Όλα για το χρήμα
Καταρχάς, ωραία η μόδα και οι δίαιτες, αλλά η νούμερο ένα σκέψη των είκοσι εννέα από τα τριάντα κορίτσια που απάντησαν δεν είναι τίποτα άλλο από το χρήμα και την καριέρα. Η πρόσφατη οικονομική κρίση έχει κάνει ακόμα και αυτές που δεν είχαν ως προτεραιότητα το χρήμα να το αναζητούν σαν τρελές. Η Ελένη, 30 ετών, που δουλεύει ως γυμνάστρια, έχει να πληρωθεί 2,5 μήνες από την τελευταία της δουλειά. «Νιώθω άχρηστη, ειλικρινά. Δουλεύω με την ελπίδα να μου δώσουν τα δεδουλευμένα και δεν έχω ιδέα τι ακριβώς πρέπει να κάνω. Απελπίζομαι». 

Οι περισσότερες τα βγάζουν πέρα δύσκολα. Η 29χρονη Αγγελική σκέφτεται να φύγει για το εξωτερικό. «Αυτήν τη στιγμή βγάζω 1.200 ευρώ και θεωρούμαι τυχερή. Μόνο που δεν έχω δικό μου σπίτι, από την οικογένειά μου, ούτε κάποια άλλη βοήθεια, γιατί οι δικοί μου περνάνε δύσκολα. Πληρώνω νοίκι, λογαριασμούς και βοηθάω και τη μάνα μου». Η 28χρονη Πελαγία θα ξεκινήσει μεταπτυχιακό του χρόνου τον Σεπτέμβριο στο Άμστερνταμ - η οικογενειακή επιχείρηση με υφάσματα που είχαν χρεοκόπησε, έκλεισαν το τελευταίο από τα τρία καταστήματά τους πριν από τρεις μήνες. Ευτυχώς, βρήκε μια υποτροφία και θα φύγει. Η ανεργία σκίζει (6 από τις 30 ψάχνουν για δουλειά) όπως και η ημι-απασχόληση. «Έχω τρία πτυχία και ψάχνω για δουλειά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Δουλεύω προσωρινά σαν πωλήτρια ρούχων part-time για 450 ευρώ, χωρίς ένσημα εννοείται», λέει η 25χρονη Νατάσσα.

Η νούμερο 2 σκέψη μοιάζει να είναι και η πιο προβλέψιμη: οι σχέσεις ή η απουσία τους. «Δεν σου κρύβω πως θα ήθελα πάρα πολύ να είμαι σε μία σχέση. Δεν με απασχολεί τόσο όσο θα έπρεπε, αλλά αρκετές φορές σκέφτομαι τι δεν πάει καλά με 'μένα και τις επιλογές μου και καταλήγω πάντα να είμαι αυτή που ενώ δηλώνει πως θέλει οικογένεια, οι πράξεις και οι επιλογές της δείχνουν ακριβώς το αντίθετο», λέει η 37χρονη Αγάπη που δουλεύει ως λογίστρια. Περίπου δεκαέξι από τις τριάντα δήλω- σαν ότι, μετά τα χρήματα, αυτό είναι το επόμενο που τους απασχολεί. Μέχρι εδώ καμία διαφορά με το παρελθόν. Η μόνη εμφανής διαφορά ίσως να είναι ότι πλέον η έννοια της λέξης «σχέση» μοιάζει να είναι ρευστή: μια είναι σε σχέση από απόσταση, μια έχει fuck buddy, δυο είναι σε ανοιχτή σχέση, γνωστή και ως «ελεύθερη». «Είμαι σε περίπου σχέση που μου επιτρέπει να μην είμαι πιστή και να πηγαίνω με άλλους, με τις όποιες συνέπειες, συναισθηματικές και ψυχολογικές, μπορεί να έχει αυτό», λέει η Μαρίνα, 34 ετών, που δουλεύει στον δημόσιο τομέα.
Αsexual porn monsters
Εκεί που όλα αλλάζουν, σε σχέση τουλάχιστον με το παρελθόν, είναι στη σεξουαλική συμπεριφορά. Το σεξ έχει γίνει πια πολύ πιο εύκολο, ενώ το οnenight stand έχει απενοχοποιηθεί πλήρως. Έχουμε αρχίσει να μοιάζουμε όλο και περισσότερο με τους άντρες: καμιά φορά το σεξ είναι απλά σεξ, τίποτα παραπάνω.One night-stand έχουν κάνει σχεδόν όλες, από δύο έως δέκα οι περισσότερες, μία πάνω από 50. «Επειδή δεν έχω σχέση δεν θα κάνω και σεξ δηλαδή; », λέει η Πελαγία. Έχει μεγαλώσει πια και ο αριθμός των σεξουαλικών παρτενέρ. Κάποιες έχουν πάει με 4 άντρες, άλλες με πολύ περισσότερους. Μια έχει πάει με πάνω από 80. «Ναι, οk, οι 80 είναι πολλοί. Κάνω σεξ από τα 16 μου κι έχω φτάσει πια τα 32 όμως, οπότε λογικό δεν είναι; Δεν έχει νόημα τώρα να αισθάνομαι και άσχημα», λέει η Ναταλία, 30 χρόνων, που δουλεύει στο μάρκετινγκ. Παρά το πολύ σεξ, όμως, δεν μοιάζουν πάντα ικανοποιημένες. Και (τι έκπληξη!) φταίνε οι άντρες. «Ώρες-ώρες, νομίζω ότι οι άντρες προτιμούν να αυνανιστούν. Kάνουν σεξ για να χ..., όχι για να απολαύσουν όλο το πακέτο», λέει η Πελαγία. «Mερικοί είναι σαν να το κάνουν με τον εαυτό τους», προσθέτει η Μαρίνα. «Το χειρότερο πράγμα με τους άντρες είναι ο εγωισμός στο σεξ και η αδιαφορία τους», υποστηρίζει η Γεωργία, 35 ετών, ελεύθερη επαγγελματίας.

Η Andrea Dworkin, η αντι-πορνό φεμινίστρια των '80s, μιλούσε για το πώς το πορνό θα κάνει τους άντρες επιθετικούς και τρελαμένους για σεξ. Ξέχασε να μας πει πώς θα μεταμορφώσει τις γυναίκες. Στην πραγματικότητα, από τη γενιά που έχει μεγαλώσει βλέποντας, εξαιτίας του ίντερνετ, περισσότερο σεξ από ποτέ σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς προκύπτουν γυναίκες και άντρες με ένα μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό: την ανασφάλεια. Η γυναικεία σεξουαλική συμπεριφορά έχει γίνει πια άκρως αντιφατική. Από τη μια, υπάρχει απίστευτη σεξουαλική επιθετικότητα, μια αίσθηση του «τα κάνω όλα», από την άλλη απίστευτη ανασφάλεια, όχι μόνο όσον αφορά την εμφάνιση αλλά και τις επιδόσεις. «Τώρα πια δεν φτάνει να μοιάζουμε με μοντέλα, πρέπει να κάνουμε και σεξ σαν πορνοστάρ - με πολλούς, παντού και πάντα. Ο νέος αφορισμός δεν είναι το "πουτάνα" αλλά το "αγάμητη" και το "κακογαμημένη"», λέει σαρκαστικά η Γεωργία.

Η σύγχυση που περνάνε οι άντρες μάλλον χειροτερεύει τα πράγματα. Πολλοί μπερδεύουν τη ζωή με τις τσόντες και πιστεύουν ότι πρωταγωνιστούν σε κάποια καυτή σεξουαλική φαντασίωση με οκτώ γυναίκες, δυο φίδια κι έναν πολυέλαιο. «Νομίζω ότι προσπαθούν πολύ μερικές φορές. Καμιά φορά το απλό είναι και το πιο καλό - θέλουν να σου αποδείξουν ότι το 'χουν και να σου δώσουν τον καλύτερο οργασμό της ζωής σου και σε γυρνάνε από δω, σε γυρνάνε από κει....», λέει η 23χρονη Στέλλα, που είναι άνεργη. «Γελάω αφάνταστα με τη φάση του "θέλω να γαμήσω όλες τις γυναίκες του πλανήτη, κάθομαι και τις μετράω μία-μία μπας και φτάσω σε τριψήφια νούμερα"», λέει η Αγγελική, 29 ετών. «Είναι αστείο. Έχεις κάτι παιδαρέλια που νομίζουν ότι κάποιος άλλος, πέρα από τους φίλους τους, θα το θεωρήσει όλο αυτό παρα πολύ cool. Εκτός κι αν είσαι ο Μπραντ Πιτ, όταν πας με όλες τις γυναίκες πιο πιθανό το κόβω να μην μπορείς να γ...σεις καμία όπως πρέπει», λέει η Πελαγία.

Η δεύτερη μεγάλη τάση μπορεί να προκαλεί έκπληξη. Απ' ό,τι φαίνεται, το πορνό δεν γέννησε λυσσασμένα όντα, μάλλον ασέξουαλ. Πολλοί απλώς βαριούνται το σεξ, άντρες και γυναίκες. Όσο πιο νέοι, μάλιστα, τόσο μεγαλύτερη η βαρεμάρα. «Ο φίλος μου γκρινιάζει για το σεξ, αλλά στην πραγματικότητα απλά δεν προλαβαίνω. Δεν έχω όρεξη μετά τη δουλειά. Με πιάνει βαρεμάρα, προτιμώ να δω DVD και να φάω πίτσα», υποστηρίζει η Νατάσσα. «Δεν είναι καν ότι είναι μετροσέξουαλ - μακάρι να 'τανε, θα πλένονταν και παραπάνω. Είναι ότι βαριούνται να μπουν στη διαδικασία. Τα είχα με έναν ο οποίος στη διάρκεια του σεξ μου είπε να έρθω εγώ από πάνω για να μην κάνει αυτός όλη τη δουλειά και μ' έναν άλλον που μου είπε ότι έχω το μυαλό μου συνέχεια εκεί επειδή ήθελα σεξ πάνω από 2 φορές την εβδομάδα. Είχα καταλήξει να κοιτάω συνέχεια το youporn. Δηλαδή, συγγνώμη, στα 29 μου εγώ θα πρέπει να κάνω σεξ κάθε Σαββατοκύριακο; Δεν νομίζω», λέει η Αγγελική. «Mίλαγα με έναν φίλο μου στο τηλέφωνο και τον ρώτησα τι θα έκανε το βράδυ. Μου είπε ότι είχε πρόταση για φαΐ και σεξ από μια πρώην του, αλλά βαριόταν γιατί θα έπρεπε μετά να τη γυρίσει σπίτι της. Προτιμούσε να κάτσει μόνος του», λέει η Στέλλα.
H γυναίκα του κεφιού
Κι επειδή δουλεύουμε περισσότερο, ξεσπάμε και περισσότερο. Στο αλκοόλ σίγουρα σκίζουμε, ειδικά σε σχέση με τη γενιά των γονιών μας: από 2 έως 8 ποτά το βράδυ. Τελικά, εκείνο το «ένα ποτάκι» μάλλον είναι μύθος. Οι περισσότερες μεθάμε μια φορά τον μήνα, πολλές μια φορά τη βδομάδα, κάποιες καθόλου πια. «Ίσως να φταίει η αμόλυβδη της πλατείας Καρύτση», λέει η Στέλλα. «Με έχει κάνει ανθεκτική στα πάντα». Η αίσθηση είναι ότι πίνουμε πολύ περισσότερο από τις μάλλον συντηρητικές μανάδες μας και αδιαφορούμε για το κλισέ της μεθυσμένης γυναίκας που δεν αρέσει στους άντρες. «Ε, δεν γίνεται να βγεις και να μην πιεις», λέει η Νατάσσα. «Κάθε φορά που δεν πίνω οι φίλες μου με κράζουν. Ξενέρωτη με ανεβάζουν, ξενέρωτη με κατεβάζουν», λέει η 27χρονη Μίνα - και αυτή άνεργη. Το αλκοόλ αποτελεί πλέον στάνταρ κομμάτι μιας γυναικείας εξόδου. Τα ναρκωτικά συνεχίζουν να αποτελούν ταμπού - σε καμία δεν αρέσει να το πολυπαραδέχεται, παρ' όλα αυτά όλες έχουν δοκιμάσει τουλάχιστον μπάφο (κάποια τον αποκάλεσε χαριτω- μένα «μαριχουάνα»: «Μαριχουάνα στοπ, 1-2 φορές στο πανεπιστήμιο, σαν τον Ομπάμα», λέει η Μαίρη, 32 ετών, τραπεζική υπάλληλος). Κάποιες έμειναν εκεί. 

Άλλες, όπως η Μαρίνα, έχουν δοκιμάσει «τα πάντα, εκτός από πρέζα». Mετά τον μπάφο, το ναρκωτικό της επιλογής τους είναι η κοκαΐνη (πέντε στις τριάντα έχουν δοκιμάσει). Κάποιες κάνουν και δυο φορές την εβδομάδα. Άλλες δεν θέλουν να ακούσουν για σκληρά ναρκωτικά ούτε για πλάκα. «Εδώ αγριεύομαι με τα ελαφριά, σκέψου με τα υπόλοιπα», λέει η Μαίρη. Ακολουθούν ΜDMA, έκστασι, τριπάκια και κεταμίνη, ως δοκιμή όμως για τις περισσότερες, που δεν τα συνηθίζουν πια. Με μεγάλη συχνότητα κάνει ναρκωτικά κάτι λιγότερο από το 1/4 όσων ερωτήθηκαν, κι αυτές περιορίζονται στη φούντα. Η αίσθηση είναι ότι σε σχέση με τη δεκαετία του '90 και των '00s πολύ περισσότερες έχουν δοκιμάσει ελαφριά ναρκωτικά.

Προφανώς και δεν υπάρχει κορίτσι της διπλανής πόρτας. Το μόνο σίγουρο, όμως, είναι ότι οι 30 κοπέλες που απάντησαν στις ερωτήσεις μας μοιάζουν να διεκδικούν πολύ περισσότερο αυτό που θέλουν και να μην είναι ιδιαίτερα διατεθειμένες να συμβιβαστούν με τη λάθος δουλειά, τα ελάχιστα χρήματα, το κακό σεξ ή μια μέτρια σχέση. Επίσης, μοιάζουν να έχουν πολύ λιγότερο ανάγκη να απολογηθούν επειδή κάνουν σεξ που δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, μεθάνε ή κάνουν drugs. Καλό δεν είναι αυτό;

(της Δέσποινας Τριβόλη)
Πηγή:  LIFO, 02.03.2011

Αθήνα 2011: "Η Θεωρία της Φυσαλίδας"

Urban Lab

Η θεωρία της Φυσαλίδας, η Αθηναϊκή Περίπτωση



(Του Δημήτρη Ρηγόπουλου)

Πριν λίγους μήνες ο Μάρκος ανέπτυξε δημοσίως, δηλαδή σε έναν στενό κύκλο φίλων και γνωστών, τη θεωρία του / αυτή η θεωρία στηρίζεται σε προσωπική εμπειρία, αλλά, όπως θα καταλάβετε, πολλοί αναγνωρίσαμε τον εαυτό μας / 
είναι η θεωρία της φυσαλίδας και τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στον ίδιο και σ' έναν φίλο του, αν θυμάμαι καλά, γιατί πάνε κάποιοι μήνες από εκείνη την ανάλαφρη απογευματινή μάζωξη / σύμφωνα με τη θεωρία της φυσαλίδας, 

ένας Αθηναίος, για να προστατέψει τον εαυτό του από δυσάρεστες εμπειρίες μέσα στην πόλη και στενόχωρα συναπαντήματα, διαμορφώνει την καθημερινότητά του μέσα από συγκεκριμένες επιλογές και διαδρομές / ζει σε μια συγκεκριμένη περιοχή (όσο το δυνατόν πιο «καλή» και «ακίνδυνη» του επιτρέπουν τα οικονομικά του) / βγαίνει σε συγκεκριμένα μέρη για φαγητό και ποτό / έχει φίλους με παρόμοιο lifestyle / τα Σαββατοκύριακα ή το καλοκαίρι πάει σε συγκεκριμένα νησιά και προορισμούς / αν προσπαθήσει πολύ, δεν θα πέσει ποτέ σε εικόνες τριτοκοσμικής εξαθλίωσης που του μεταφέρουν φίλοι και γνωστοί ή διαβάζει στις εφημερίδες / αν προσπαθήσει πολύ, η Αθήνα αρχίζει στο Ψυχικό και τελειώνει στην πλατεία Καρύτση /  

αν προσπαθήσει πολύ, η Αθήνα μπορεί να είναι ένα υπέροχο μέρος / και μέσα του να δικαιώνει κάθε μέρα την απόφαση να γυρίσει από την Αγγλία με τον άθλιο καιρό και την αφόρητη μοναξιά / πού και πού έχει φυσικά το δικαίωμα να λοξοδρομήσει / να περάσει με το αμάξι από γειτονιές με τζάνκι ή συμμορίες, να πάει σε κάποιο νέο εστιατόριο και να φοβηθεί για την τύχη του αυτοκινήτου του όσο ο ίδιος θα απολαμβάνει ένα δείπνο μαζί με άλλους «συναδέλφους» από τη φυσαλίδα / δεν τους ξέρει προσωπικά, αλλά τους αναγνωρίζει / βλέπει στα μάτια τους την κρυφή ανακούφιση επειδή τα έφερε έτσι η ζωή και δεν θα ζήσουν ποτέ εδώ /  

η μόνη τους αγωνία είναι να μη βρουν σπασμένο το αμάξι / η φυσαλίδα είναι θεωρητικά τόσο μεγάλη που μας χωράει όλους / αλλά, είπαμε, πρέπει να προσπαθήσεις σκληρά / και το αντίτιμο δεν είναι πάντα μια καλή, ευχάριστη, στρωτή ζωή σε ένα κομμάτι της πόλης που «μας» ανήκει ακόμα / κατά βάθος, και οι σκληροπυρηνικοί της θεωρίας της φυσαλίδας έχουν πλήρη επίγνωση για το μέγεθος ενός τεράστιου ψέματος που λένε κάθε μέρα στον εαυτό τους / αλλά είναι κι αυτός ένας τρόπος επιβίωσης στην Αθήνα του 2011 / όποιος έχει κάποια άλλη ιδέα ας τη ρίξει στο τραπέζι / ο Μάρκος κι ο φίλος του είναι όλο αυτιά

Πηγή:  LIFO, 02.03.2011

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Η "ξοφλημένη" Ελλάδα

Edito

Πάνε λίγες μέρες που οι πατριωτικές δυνάμεις έδωσαν άλλον έναν ηρωικό αγώνα για να αποτρέψουν την πώληση ιερής ελληνικής γης σε ξένους έναντι 50 δισεκατομμυρίων ευρώ. Φευ, οι αρμόδιοι φορείς μάς ανακοίνωσαν ότι ο θησαυρός δεν υπάρχει, το 40% της ακίνητης περιουσίας του κράτους, αυτό ιδίως που μπορεί να αξιοποιηθεί, είναι καταπατημένο. Σας έχει κάνει κάτι εντύπωση σ’ αυτή την ιστορία;
Η είδηση πέρασε ασχολίαστη. Όλοι συνέχισαν να καταγγέλλουν την πρόθεση, την αμφίβολη αξιοποίηση, και κανείς την τετελεσμένη υπεξαίρεση της δημόσιας περιουσίας. Δεν έγιναν καταγγελίες, δεν υπήρξαν πύρινοι λόγοι στη Βουλή, οι γνωστοί εισαγγελείς της δημόσιας ζωής δεν αναζήτησαν ενόχους, τα ΜΜΕ δεν αποκάλυψαν με ρεπορτάζ τούς καταπατητές. Το σύστημα έχει όνομα: λέγεται ελληνικός ληστρικός μικροκαπιταλισμός. Κλέβουμε ο ένας τον άλλον και όλοι μαζί το κράτος. Κόμματα, μέσα ενημέρωσης, επαγγελματικές ενώσεις και συνδικαλιστικά σωματεία είναι οι εκπρόσωποι και εκφραστές αυτού του μοντέλου που στις μέρες μας χρεοκόπησε. 

Όπως περνάει ο καιρός, γίνεται αντιληπτό ότι το πατριωτικό σόου των προηγούμενων ημερών ήταν κάτι παραπάνω από μια ακόμα επικοινωνιακή σαχλαμάρα στο πολιτικό θέατρο σκιών. Όπως πριν 10 χρόνια, στην προηγούμενη προσπάθεια μεταρρυθμίσεων, χρησιμοποιήθηκε μια ανύπαρκτη κατασκευή, «οι ξένοι που θέλουν να αφαιρέσουν την ορθοδοξία από τις ταυτότητες», έτσι και τώρα πάλι, μια άλλη κατασκευή, οι ξένοι που απειλούν μετά την πίστη μας και τη γη μας, σηματοδοτεί συμβολικά τα όρια του συστήματος: οι μεταρρυθμίσεις δεν πρέπει να αγγίξουν το σκληρό πυρήνα του ελληνικού κομματικού πελατειακού κράτους. Ακόμα και σοβαρές εφημερίδες κυκλοφορούν με τίτλο «πωλείται η Ελλάς», «τα αφεντικά μας προστάζουν». Στα τηλεοπτικά κανάλια, για την οικονομική κρίση της χώρας, συζητούν ο Αλαβάνος, ο Μητρόπουλος, ο Δημαράς, τα κόμματα της Αριστεράς, οι συνδικαλιστές του δημόσιου τομέα, ένας εκπρόσωπος της αντιμνημονιακής Νέας Δημοκρατίας και ένας του Πασόκ που μια φορά στις δυο δεν διαφωνεί και πολύ με τους προηγούμενους. Ουδέποτε ο εξωκοινοβουλευτικός χώρος είχε τόση συμμετοχή στον τηλεοπτικό διάλογο. Προφανώς πρόκειται για ένα θαύμα της δημοκρατίας. Όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι συζητάνε για την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας. Δεν είναι περίεργο που η ελληνική κοινωνία είναι εντελώς απληροφόρητη για ό,τι της συμβαίνει. Τα πολιτικά κόμματα, της μισής κυβέρνησης συμπεριλαμβανομένης, βρίσκονται σε πλήρη αδυναμία να αντιμετωπίσουν τα σημερινά προβλήματα. Η διαφορά της Δεξιάς από την Αριστερά στην Ελλάδα, είναι ότι ο Καραμανλής φόρτωσε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του με άλλους 100 χιλιάδες υπαλλήλους το Δημόσιο, ενώ η Αριστερά ήθελε οι 100 χιλιάδες προσλήψεις να γίνονται κάθε χρόνο. 

Είναι φανερό ότι μετά από ενάμιση χρόνο αρκετής προσπάθειας, που όμως σε συνθήκες χρεοκοπίας δεν είναι αρκετή, έχει έρθει η κούραση. Το μήνυμα ελήφθη. Κάποιες μειώσεις μισθών εντάξει, κάποιοι φόροι ακόμα, εντάξει, αλλά μέχρι εκεί. Ο σκληρός πυρήνας της λεηλασίας, η κρατική σπατάλη, το αχανές και αχαρτογράφητο Δημόσιο, η ιδιοποίηση της δημόσιας γης, η υπεξαίρεση του δημόσιου πλούτου πρέπει να διαφυλαχθούν. Όσοι τα απειλούν είναι προδότες. Η ορθολογική λειτουργία των δημόσιων φορέων, οι συγχωνεύσεις, οι οικονομίες, οι μετατάξεις σε παραγωγικές θέσεις πρέπει να αποκρουστούν ακόμα κι αν καταστραφεί εντελώς η εμπορική λειτουργία της Αθήνας. 

Έτσι, ξαφνικά, μετά από μια έστω και με δυσκολίες προσπάθεια, περάσαμε στην περίοδο της στασιμότητας. Υποχωρήσεις στα κλειστά επαγγέλματα, οι φαρμακοποιοί έμειναν ευχαριστημένοι, οι δικηγόροι απέφυγαν την «υπαλληλοποίηση». Σ’ αυτή τη χώρα των αφεντικών, το να είσαι υπάλληλος είναι μειονεκτικό. Η απελευθέρωση των οδικών μεταφορών πάει σε 3 χρόνια αλλά οι ιδιοκτήτες φορτηγών ακόμα κι έτσι αντιδρούν, οι κρουαζιέρες απελευθερώθηκαν με τέτοιο τρόπο που τα κρουαζιερόπλοια συνεχίζουν να πηγαίνουν στην Ιταλία, οι απογραφές των αποθηκών των νοσοκομείων καθυστερούν, ηλεκτρονική συνταγογράφηση, διπλογραφικό επίσης. Οι χιλιάδες φορείς ανεξέλεγκτοι, αντιπαραγωγικοί ζουν και βασιλεύουν, οι απόπειρες για περιορισμό της εκτός σχεδίου δόμησης απορρίπτονται στη Βουλή, ούτε μια αποκρατικοποίηση, σε 16 μήνες μηδέν έσοδα, η απογραφή του ευρύτερου δημόσιου τομέα ξεχάστηκε, η ενιαία Αρχή πληρωμών πάει για του χρόνου. Τα φορολογικά έσοδα δεν αυξάνονται, η κυβέρνηση δεν μπορεί να βάλει τους ελεγκτικούς φορολογικούς μηχανισμούς να δουλέψουν για το κράτος και όχι ιδιωτικά, δεν θέλει να αυξήσει τη φορολογική βάση σε μια χώρα που το 60% των φορολογουμένων δεν πληρώνει φόρο και αντί γι’ αυτό ψηφίζει δρακόντειους νόμους που απειλούν με 20 χρόνια φυλάκιση. Σιγά μην τους κρεμάμε και στο Σύνταγμα. Για την οικονομική αστυνομία και τον οικονομικό εισαγγελέα μαλώνουν σε ποιου υπουργείου την αρμοδιότητα θα ανήκει. Ένα βήμα μπρος, δύο πίσω. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στη χειρότερη θέση. Οι μεταρρυθμίσεις είναι σαν το ποδήλατο. Αν σταματήσεις, πέφτεις. Τα πάντα μοιάζουν σαν σταματημένα και όλοι περιμένουν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στις 25 Μαρτίου να δώσει μια επιμήκυνση και να σώσει το παιχνίδι. Κάνουμε δηλαδή το χειρότερο, περιμένουμε τη σωτηρία από άλλους. 

Γιατί συνέβη αυτό; Επειδή αποφύγαμε το χειρότερο σενάριο, τον «ξαφνικό θάνατο», αυτό που τον προηγούμενο Μάρτιο φαινόταν βέβαιο. Μας δάνεισαν 110 δις και αντί να χρεοκοπήσουμε μια και έξω εφησυχάσαμε. Το ξοφλημένο σύστημα πίστεψε ότι μπορεί πάλι να τη γλιτώσει με τα ψέματα, με πασαλείμματα, με κοροϊδίες, με λίγα μέτρα λιτότητας, χωρίς να θίξει τους μηχανισμούς αναπαραγωγής του. Πολέμησε λυσσωδώς τις μεταρρυθμίσεις, κρύβει την αλήθεια από τους πολίτες, η κοινή γνώμη απληροφόρητη πιστεύει ότι τα 110 δις είναι κάτι σαν ΕΣΠΑ, σαν πακέτα Ντελόρ που μας έδιναν πάντα, ότι τίποτα δεν άλλαξε και τίποτα δεν χρειάζεται ν’ αλλάξει. 

Και κινδυνεύουμε τώρα από το δεύτερο σενάριο, τον παρατεταμένο θάνατο, την ύφεση που ακινητοποιεί και βυθίζει κάθε μέρα την οικονομία τόσο χαμηλά που δυσκολεύει την επανεκκίνηση. Τα αποτελέσματα θα είναι εξίσου καταστροφικά και αυτοκαταστροφικά. Είναι φανερό πως η κατάσταση έτσι όπως έχει εξελιχθεί δεν μπορεί να πάει άλλο. Χρειάζεται ένα σοκ προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.


του Φώτη Γεωργελέ.
Πηγή: Athens Voice, 02.03.2011