Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Χιλή: Εξορύσσοντας Δημοσιότητα

(της Hannah Forbes Black)

Οι Χιλιανοί μεταλλωρύχοι που ανασύρθηκαν την περασμένη εβδομάδα από το κατεστραμμένο ορυχείο τους, ήταν συνηθισμένοι εργάτες, που μεταβλήθηκαν αστραπιαία σε παγκόσμιες διασημότητες. Οι ερωτικές ιστορίες, οι σταδιοδρομίες και οι προσωπικές τους συνήθειες έγιναν τόσο γνωστές όσο εκείνες της Πάρις Χίλτον (Paris Hilton). Η σκηνή του Μάριο Σεπουλβέδα (Mario Sepulveda) να γονατίζει έξω από την κάψουλα, να αγκαλιάζει την οικογένειά του, να χαιρετάει το κοινό, να αστειεύεται, θύμιζε παράδοξα τη λήξη του «μπιγκ μπράδερ», όταν ο νικητής βγαίνει από το «σπίτι» και αντιμετωπίζει τους παραληρούντες οπαδούς του, με την τηλεπαρουσιάστρια Ντάβινα (Davina) να τα επιβλέπει όλα (αν και σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για ένα ολόκληρο κοπάδι δημοσιογράφων, σε εικοσιτετράωρη συνεχή επίβλεψη). Τα γυαλιά ηλίου των μεταλλωρύχων (που τους παρασχέθηκαν για να συνηθίσουν ξανά τα μάτια τους το φωτισμό της επιφάνειας της Γης) ολοκλήρωσαν την εικόνα τους ως διασημοτήτων που χαιρετούσαν τους παπαράτσι.

Τα γυαλιά ηλίου ήταν μια προσφορά της εταιρείας οπτικών «όκλι», που φυσικά δεν έχασε την ευκαιρία να συνδέσει διακριτικά το όνομά της με αυτό το αξιομνημόνευτο γεγονός. Πολλές ακόμα εταιρείες επιχείρησαν να εκμεταλλευθούν το παγκόσμιο αίσθημα καλοσύνης που προκάλεσε η υπόθεση των μεταλλωρύχων: η «σόνι» π.χ. πρόσφερε «πλέι στέισιον» στους εγκλωβισμένους. Εκ των υστέρων, αυτή ήταν μια κίνηση υψηλού ρίσκου: τι θα είχε συμβεί αν είχε υλοποιηθεί το χειρότερο σενάριο -και οι εγκλωβισμένοι είχαν σκοτωθεί ή τρελαθεί στα έγκατα της Γης;

Αλλά οι εταιρείες αποδείχθηκαν τυχερές ή προνοητικές: οι μεταλλωρύχοι βγήκαν άθικτοι. Η ομάδα των ειδικών διασωστών κατόρθωσε να τους διαμορφώσει μια καθημερινή ρουτίνα απασχόλησης και διασκέδασης, χάρη και στα τεχνολογικά εξαρτήματα, τα κομπιούτερ-γκέιμς και την τηλεόραση, στην οποία οι εργαζόμενοι είναι συνηθισμένοι. Έξω από το ορυχείο, κολλημένοι στις οθόνες μας επί ώρες, πολλοί από εμάς είχαμε τη δυνατότητα να μεταφερθούμε στο εσωτερικό του δράματος, χωρίς καν να χρειαστεί να αλλάξουμε τις καθημερινές μας συνήθειες.

Κάτω από τη Γη, ενώ οι μεταλλωρύχοι συνειδητοποιούσαν πως κάθε τους κίνηση καταγραφόταν, άρχισαν να συμπεριφέρονται σα διασημότητες, φημισμένες κυρίως διότι δεν κάνουν τίποτα. Σαν πιο ακραίες εκδοχές της Τζέιντ Γκούντι (Jade Goody) ή την Κολίν Ρούνι (Coleen Rooney), οι μεταλλωρύχοι μας επιδείκνυαν μια φκιασιδωμένη αναπαράσταση των καθημερινών συνηθειών τους. Οι ψυχολόγοι επέμεναν πως ήταν ζωτικής σημασίας για την ψυχολογική τους ισορροπία να διατηρούν ένα φυσιολογικό ρυθμό εργασίας/ανάπαυλας και να μη βυθιστούν στην απάθεια και την παράνοια της αδράνειας.

Οι μεταλλωρύχοι έπρεπε να προστατευτούν από τη μεγαλύτερη ίσως φοβία της δυτικής διαδικτυωμένης επαγγελματικής τάξης: από το άγχος της ανακάλυψης πως δε διαθέτουμε τις εσωτερικές ψυχικές εφεδρείες για να ανταπεξέρθουμε στην ανάπαυλα. Από τον τρόμο πως θα συνειδητοποιήσουμε πως ο κόσμος θα συνεχίσει να γυρνάει μια χαρά και χωρίς εμάς.

H σύγκριση με τις Ρούνι/Γκούντι ισχύει κι αλλιώς... Στους σημερινούς καιρούς έξαρσης των κοινωνικών ανισοτήτων, ο μόνος τρόπος να υπάρξει κοινωνική κινητικότητα είναι χάρη σε μια τρελή τύχη: ερωτεύεσαι ένα αγόρι, που μέλλει να γίνει ο καλύτερος ποδοσφαιριστής της γενιάς του· κερδίζεις σε ένα ριάλιτι· παγιδεύεσαι σε ένα ορυχείο.

Σαν όλες τις τέταρτης κατηγορίας διασημότητες που κάπως τα κατάφεραν να αποκτήσουν αναγνωρισιμότητα, οι μεταλλωρύχοι κατακλύστηκαν κι εκείνοι από προτάσεις για συμμετοχή τους σε διαφημίσεις ή σε κινηματογραφικές ταινίες. Είτε τους αρέσει, είτε όχι, οι ζωές τους άλλαξαν δια παντός. Η αλήθεια είναι πως η λεγόμενη «τοπική διαφημιστική στρατηγική» υπάρχει εδώ και κάμποσο καιρό: διάφορες εταιρείες ντύνουν ιδιαιτέρως όμορφους ή προβεβλημένους πολίτες, ή πληρώνουν ιδιοκτήτες μπουτίκ για να βάλουν στις βιτρίνες τους κάποιο συγκεκριμένο προϊόν. Αλλά όλες αυτές οι πρωτόγονες στρατηγικές έχουν ήδη ξεπεραστεί από ένα κύμα ξέφρενης εμπορικότητας που πηγάζει από το «τουίτερ», το «φέισμπουκ» και τη συνεχιζόμενη 24 ώρες το εικοσιτετράωρο ειδησεογραφία.

Κατά κάποιο τρόπο, είναι κάπως καταθλιπτικό που η ίδια αυτή μοίρα περίμενε και τους Χιλιανούς μεταλλωρύχους, που επιβίωσαν μιας τέτοιας καταστροφής. Σαν να θαμπώνει το θαύμα. Είναι λες και ήρθε (ή ξανάρθε) ο Μεσσίας (μιλάμε για όλες τις θρησκευτικές δοξασίες εδώ) και ενώ πηγαίνει να διώξει τους εμπόρους από το Ναό, του προσφέρουν ένα διαφημιστικό συμβόλαιο!

Αλλά σε αυτή τη κατάθλιψη υπάρχει και μια οσμή δέους προς τον «ευγενή άγριο»: από τη στιγμή που εμείς τσαλαβουτάμε ευτυχείς στα προνόμια του καταναλωτισμού, γιατί να μην έχουν το δικαίωμα να κάνουν το ίδιο και οι μεταλλωρύχοι, που στο κάτω-κάτω όλη τους τη ζωή εργάζονται σκληρά και τους δίνεται επιτέλους η δυνατότητα να αξιοποιήσουν μια εξαιρετική ευκαιρία;

Δεν παύει όμως να υπάρχει κάτι βαθιά αξιοθρήνητο στο πώς τα αδηφάγα μίντια και οι δυνάμεις της αγοράς μετασχηματίζουν κάθε συγκινητικό ή εντυπωσιακό γεγονός (από έναν καρκίνο έως μια φυσική καταστροφή) σε μια ακόμα ευκαιρία αρμέγματος κάθε ίχνους αυθεντικότητάς του για εμπορική και διαφημιστική αξιοποίηση. Είναι προφανές πως ακόμα κι αυτό το «μπραντ νέιμ» της χώρας «Χιλή», επωφελήθηκε τα μάλα από τη θαυματουργική επιβίωση των μεταλλωρύχων.

Αλλά η υπερ-προβολή του επεισοδίου αυτού ως ένα συγκινητικό μιντιακό γεγονός, επισκιάζει απολύτως το προβληματικό ερώτημα για τις συνθήκες εργασίας που επέτρεψαν να συμβεί αυτό καθ' αυτό το ατύχημα. Πολύ πριν τα παγκόσμια φώτα της δημοσιότητας ανακαλύψουν το ορυχείο, οι μεταλλωρύχοι είχαν διαμαρτυρηθεί επανειλημμένα για τα ελλιπή μέτρα ασφαλείας. Η κυβέρνηση και οι εταιρείες ρίσκαραν πολύ εδώ: αν αυτή η περιπέτεια είχε αίσιο τέλος, το αστέρι της Χιλής θα μεσουρανούσε· αν καταλήγαμε σε τραγωδία, στη Χιλή θα κολλούσε ακόμα περισσότερο η εικόνα μιας φτωχής χώρας, με ανασφαλείς εργασιακούς χώρους.

Θα αρκέσει άραγε το «θαύμα» της διάσωσης των μεταλλωρύχων για να βελτιωθούν οι εργασιακές συνθήκες στα ορυχεία της χώρας;

Ο εξαιρετικός χαρακτήρας αυτού του ασυνήθιστου συμβάντος αλλοιώθηκε από το μιντιακό τσίρκο που στήθηκε γύρω του. Καθώς η διάσωση έφτανε στην κορύφωσή της, οι ρεπόρτερ του ΒBC και του «σκάι» ερωτούσαν τους συγγενείς των μεταλλωρύχων για το ποια ήταν «η πιο συγκινητική στιγμή» της επιχείρησης διάσωσης, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεζουμίσουν όσο περισσότερο συναίσθημα μπορούσαν από το γεγονός.    

Η αλήθεια είναι πως το μόνο που έχουν πετύχει είναι να μας αναισθητοποιήσουν συναισθηματικά. Με το που εμφανίστηκε το πρώτο πρόσωπο στο θαλαμίσκο διάσωσης, με όλη την αύρα της τραγωδίας και του θαύματος στην έκφρασή του, οι τηλεθεατές τη μετατρέπαμε στιγμιαία σε μια ακόμα εικόνα, σταγόνα στον ωκεανό των εικόνων που μας κατακλύζουν.
H Hannah Forbes Black είναι συγγραφέας και καλλιτέχνης

Πηγή: Open Democracy, 15.10.2010 μέσω www.ppol.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου