Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Ευθύμης Φιλίππου, Σεναριογράφος "Κυνόδοντα"

Ευθύμης Φιλίππου

Κειμενογράφος. Γεννήθηκε στην Αχαρνών, ζει στο Κουκάκι.

(Επιμέλεια: M. Hulot)

Γεννήθηκα στην Αθήνα, μεγάλωσα στα Πατήσια, στην Αχαρνών, εκεί πήγα σχολείο μέχρι τη Δευτέρα Γυμνασίου και μετά μετακομίσαμε στη Νέα Σμύρνη, όπου συνέχισα το σχολείο. Δεν ξέρω αν συνήθισα ποτέ την αλλαγή. Την μπίχλα και τη φασαρία της Αχαρνών την κουβαλάω ακόμα, δεν μου φαίνεται περίεργο που στο κέντρο κορνάρουν, ιδρώνουν, φτύνουν και φωνάζουν οι άνθρωποι. Το βρίσκω τελείως φυσιολογικό, αλλά έχει να κάνει με τη συνήθεια. Είναι τεράστιο πράγμα η συνήθεια. Είμαι από τους ανθρώπους που, αν είχαν μεγαλώσει στο Διδυμότειχο, θα είχαν μείνει εκεί. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που προσπαθούν να βρουν την τρύπα με το μεγάλο φως. Στο σχολείο ήμουνα φλώρος. Φορούσα μπουφάν fly, μπορντό Dr. Martens ή τρακτερωτά παπούτσια που μοιάζανε με Timberland αλλά δεν ήταν, οι κασέτες μου ήταν συλλογές με το «Domino Dancing», το «Smells like teen spirit» και το «(I wanna give you) Devotion» μαζί, προσπαθούσα να καταλάβω πού είναι το Acrobat στο Κολωνάκι και τα μαλλιά μου δεν ήταν ποτέ αρκετά μακριά ώστε να πει κάποιος από τους συμμαθητές μου ότι ήταν cool.

Μικρός ήθελα να γίνω γιατρός, επειδή ο πατέρας μου ήταν γιατρός. Μου είχαν πάρει και κάτι πλαστικά ακουστικά, τα οποία τα φοράω σε διάφορες φωτογραφίες. Όταν κατάλαβα τι έπρεπε να κάνεις για να γίνεις γιατρός, δεν ήθελα καθόλου να γίνω. Δεν διάβαζα, ήμουν πολύ μέτριος μαθητής, θεωρούσα ότι ήταν πιο εύκολο να γίνει κανείς αρχιτέκτονας από ό,τι γιατρός, λόγω του σχεδίου. Ξεκίνησα να κάνω σχέδιο και θεωρούσα ότι ήμουν γαμάτος, αλλά δεν ήμουν καθόλου. Θυμάμαι ότι στις Πανελλήνιες το θέμα ήταν ένας κουβάς τσίγκινος πάνω σε μια καρέκλα ψάθινη, καφενείου, και όταν τελείωσα κοιτούσα το σχέδιο κι έλεγα εντάξει, είναι φανταστικό. Έγραψα σε όλα κάτω από 5, ακόμα και στο σχέδιο. Απογοητεύτηκα, δεν είχα καμία διάθεση να ξαναδώσω εξετάσεις. Πήγα στο Αμερικάνικο Κολέγιο και έτσι βρέθηκα να κάνω μάρκετινγκ. Φρικτά χρόνια. Έκανα υπομονή δυο χρόνια, φρίκαρα, έφυγα, πήγα φαντάρος, φρίκαρα ξανά, γύρισα και το τέλειωσα. Κάτι θα μου έχει δώσει σίγουρα, γνώρισα ανθρώπους, είδα πράγματα που δεν θα τα έβλεπα αλλού, αλλά δεν θα το ξανάκανα με τίποτα. Μετά ξεκίνησα να δουλεύω ως κειμενογράφος σε μια διαφημιστική εταιρεία. Στα διπλανά γραφεία δουλεύανε οι πιο συμπαθητικοί και οι πιο αντιπαθητικοί άνθρωποι του κόσμου. Κάποιοι από αυτούς είναι ακόμα φίλοι μου.

Mου αρέσει να γράφω κείμενα, αλλά με τρομάζει όταν πρέπει στο τέλος να γράψω το όνομά μου. Δεν μου είναι ευχάριστο καθόλου και δεν είναι θέμα μετριοφροσύνης. Είναι περίεργο να διαβάζεις μια πρόταση γραμμένη και να είναι το όνομά σου από κάτω. Σε προσδιορίζει και σε περιορίζει. Είναι σαν να σε δεσμεύει για πάντα αυτή η πρόταση. Σαν να την κουβαλάς για πάντα. Είμαι άνθρωπος που συχνά ασφυκτιά σε καταστάσεις και αυτό μου φαίνεται φοβερά δεσμευτικό, το να πρέπει να κουβαλάς φράσεις μαζί σου για πάντα. Ή σενάρια ή στίχους ή οτιδήποτε είναι γραπτό.

Για το σενάριο του Κυνόδοντα δουλέψαμε μαζί με τον Γιώργο και ήταν πολύ δύσκολο ως διαδικασία. Δεν καταλάβαινα πόσες σελίδες έπρεπε να είναι ένα σενάριο, νόμιζα ότι έπρεπε να είναι μία σελίδα. Με τρόμαζε η ποσότητα των Α4. Σε ένα διαφημιστικό σενάριο κάποιος λούζεται με ένα σαμπουάν, τα μαλλιά του γίνονται φανταστικά, η φράντζα του δεν πετάει και αυτός γελάει. Στον κινηματογράφο πρέπει να ξέρεις τι έκανε πριν λουστεί, γιατί λούζεται και πού θα πάει μετά. Τώρα δουλεύω πάλι με τον Γιώργο. Γιατί είναι πολύ σημαντικό να δουλεύεις με ανθρώπους που τους πιστεύεις όταν σου λένε ότι έχεις κάνει μαλακία και τους πιστεύεις επίσης όταν σου λένε ότι δεν έχεις κάνει.

Ήταν περίεργο όταν είδα τελειωμένη την ταινία. Είχα στο μυαλό μου κάτι τελείως διαφορετικό. Ακόμα και στο θέμα του σεναρίου, ήταν διαφορετικό αυτό που καταλάβαινα εγώ από αυτό που καταλάβαινε ο Γιώργος. Για μένα, αυτό που θέλει να πει όλο αυτό είναι ότι ακόμα κι όταν ένα παιδί φεύγει από το σπίτι του για να ζήσει μόνο του, στην πραγματικότητα δεν φεύγει. Νομίζει ότι είναι αυτόνομο και ανεξάρτητο, αλλά στην πραγματικότητα σέρνει πίσω του τη μάνα του, τον πατέρα του, τις παντόφλες του πατέρα του, τα αφρόλουτρα της αδερφής του, τα έπιπλα του πατρικού του. Όλα.

Ελληνική είναι μια ταινία που οι συντελεστές της είναι Έλληνες, οι διάλογοι είναι στα ελληνικά και έχει γίνει με δυσκολία και χωρίς λεφτά. Με εκνευρίζει το γεγονός ότι θα πρέπει να δείξεις ελιές, άσπρα σπίτια, γαϊδουράκια, πλάνα από την Πανεπιστημίου, έναν ψαρά με ρεβέρ στο παντελόνι, μια μαυροντυμένη γριά και ένα τρακτέρ για να χαρακτηριστεί μια ταινία ελληνική.

Δεν μπαίνω σε αεροπλάνα. Γενικά, δεν ταξιδεύω. Όσο κι αν ακούγεται παράλογο, ο φόβος στο μυαλό σου λειτουργεί με τέτοιο δυναμισμό που σε κάνει να απαξιώνεις και τα ταξίδια. Φτιάχνεις μικρές δικαιολογίες και λες «εντάξει, μωρέ, σιγά τη Νέα Υόρκη, μαλακία πόλη μου φαίνεται». Και μετά το πιστεύεις ότι είναι χάλια στη Νέα Υόρκη. Και φοβάμαι και για τους άλλους πλέον, όχι μόνο για μένα. Όταν πετάνε φίλοι μου, σκέφτομαι ότι μπορεί να μην τους ξαναδώ ποτέ.

Επηρεάζομαι πολύ από άσχετα πράγματα, άσχετους ανθρώπους και τυχαίες συμπεριφορές που παρατηρώ ή με αναγκάζουν να παρατηρώ. Μια κουβέντα που θα ακούσω από το διπλανό τραπέζι με επηρεάζει περισσότερο από ό,τι ένας συγγραφέας. Μάλλον επειδή αιφνιδιάζομαι εκείνη τη στιγμή. Ενώ όταν διαβάζεις ένα βιβλίο είσαι προετοιμασμένος ότι μπορεί και να επηρεαστείς απ' αυτό και είσαι και πιο καχύποπτος.

Μου αρέσει να βλέπω ελληνικά σίριαλ αργά το βράδυ σε επανάληψη. Δεν υπάρχει γιατί. Η διαμάχη των Λεβεντογιάννηδων με τους Σταματάκηδες δεν είναι καθόλου αστεία. Ο Σόμμερ κινδυνεύει. Ο Γιάννης ο φονιάς επέστρεψε στο χωριό. Μ' αρέσει επίσης να κολυμπάω. Ή μάλλον όχι τόσο να κολυμπάω όσο το να βρίσκομαι κάπου που να μπορώ άμα θέλω να κολυμπήσω.

Με ενοχλεί που υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που προσπαθούν να κοροϊδέψουν τους υπόλοιπους και να τους πείσουν ότι έχουν αισθητική. Και τους κοροϊδεύουν κιόλας. Με ενοχλούν οι άνθρωποι με τα πολύ μεγάλα αυτοκίνητα σε πολύ στενούς δρόμους. Με ενοχλούν τα μπαλκόνια που έχουν CD κρεμασμένα. Με εξοργίζει η υποκειμενικότητα της ομορφιάς. Σιχαίνομαι τα ορειβατικά σανδάλια με το βέλκρο που φοράνε οι άντρες το καλοκαίρι, επειδή τους τα αγόρασε η γυναίκα τους.

Νομίζω ότι είναι πολύ κουραστικό αυτό που κάνω: προσπαθώ να εντοπίσω λάθη στα πάντα. Είναι κάτι πάρα πολύ εύκολο, αν έχεις τη διάθεση να το κάνεις, γιατί τα πάντα έχουν λάθη πάνω τους. Και το κάνω συνέχεια. Σε ανθρώπους, σε αντικείμενα, σε μέρη, σε σπίτια, σε φαγητά, σε παπούτσια, ψάχνω για λάθη. Δεν τα διορθώνω, απλά τα εντοπίζω. Το κάδρο είναι στραβό. Κάποιος μαλάκας το στράβωσε. Θα είναι τεράστιο βήμα για μένα αν κάποτε σηκωθώ, το ισιώσω και πω σε αυτόν που το στράβωσε ότι είναι μαλάκας.

Αυτό που γίνεται τώρα στην Αθήνα είναι ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν σηκωθεί και προσπαθούν να ισιώσουν το κάδρο. Δεν ξέρω όμως αν το πρόβλημα είναι ότι είναι στραβό ή ότι είναι ένα απαίσιο κάδρο που ακόμα και ίσιο θα χαλάει τον τοίχο.

Πηγή: LIFO, 12.05.2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου