Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

Οι Αστικοί Μύθοι μιας Οικονομικής Κρίσης

Τα γουάν και τα ρούβλια που θα πλήρωναν το χρέος και άλλες, ανάλογες, ιστορίες


 
Του Παναγή Γαλιατσάτου

Από τον Δεκέμβριο του 2009 η χώρα αγωνίζεται για να αποφύγει τη χρεοκοπία. Οπως ήταν επόμενο, έκτοτε η κρίση χρέους κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση και όχι πάντα με τον πιο εποικοδομητικό τρόπο.

Τους τελευταίους 18 μήνες διαμορφώθηκε μια σειρά από αστικούς μύθους γύρω από την κρίση, οι οποίοι, αν και στερούνται ρεαλιστικής βάσης, έγιναν ευρύτατα αποδεκτοί, καθώς υπαινίσσονταν ότι υπήρχε ένας πιο εύκολος δρόμος εξόδου από αυτήν. Εν τέλει, οι μύθοι αυτοί λειτούργησαν υπονομευτικά για την ίδια την εθνική προσπάθεια, αφού συνετέλεσαν σε μεγάλο βαθμό στο να αντιδρά όλο και εντονότερα η κοινή γνώμη στη σκληρή πραγματικότητα.

Οι πολιτικές δυνάμεις είναι σε μεγάλο βαθμό συνυπεύθυνες γι' αυτήν την εξέλιξη, αφού διακίνησαν πρώτες τέτοιου είδους μύθους. Οπως:

1. Την αντίληψη ότι δεν ήταν απαραίτητη η δημοσιονομική πειθαρχία που προσπαθούσε να επιβάλει η Κομισιόν.

2. Μέσω μιας πολιτικής συμφωνίας με τους Κινέζους θα βρίσκαμε τα απαραίτητα κεφάλαια, αίσθηση που καλλιέργησε η ίδια κυβέρνηση από το φθινόπωρο του 2009. Τότε, η κυβερνητική γραμμή ήταν «αντίσταση στις νεοφιλελεύθερες συνταγές της Ε. Ε.» και οι διαρροές από το υπουργείο Οικονομικών ήθελαν το Πεκίνο να εξαγοράζει το ελληνικό χρέος. Στην πραγματικότητα, οι Κινέζοι ενδιαφέρονταν σε εκείνη τη φάση για τις επιστροφές ΦΠΑ, ύψους 15 εκατ. ευρώ, στην Cosco. Η συμβολή τους περιορίστηκε στην υπόσχεση ότι θα επένδυαν στις νέες εκδόσεις όταν ξαναβγαίναμε στις αγορές.

3. Οι Ρώσοι, που επίσης ήταν -σύμφωνα με τον μύθο- η άλλη δύναμη που θα μας έστελνε τα απαραίτητα ρούβλια, το μόνο που έκαναν ήταν να υποδείξουν δημόσια στον κ. Παπανδρέου να προσφύγει στο... ΔΝΤ.

4. Στην ίδια περίοδο αναφέρεται και η άποψη ότι μπορούσαμε να είχαμε δανειστεί φθηνά στο τέλος του 2009 και δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα, την οποία υιοθέτησε και ο κ. Αντώνης Σαμαράς. Ο μύθος αυτός καταρρίφθηκε όταν η Ιρλανδία υποχρεώθηκε να προσφύγει στον μηχανισμό έχοντας προηγουμένως αντλήσει από τις αγορές ένα αποθεματικό ύψους 32 δισ. ευρώ. Επιπλέον, ξεχνάμε ότι «φθηνά» στο τέλος του 2009 δεν ήταν δυνατόν να δανειστούμε, καθώς η πρώτη υποβάθμιση από τη Fitch είχε έρθει στις 23 του Οκτώβρη και το spread κυμαινόταν γύρω στις 200 μ. β. Και ξεχνάμε επίσης ότι σύμφωνα με την απολογιστική έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου, ο νέος δανεισμός το 2009 άγγιξε τα 97 δισ. ευρώ.

5. Από την υπογραφή του Μνημονίου, εμφανίστηκε ένας έτερος μύθος, ότι, δηλαδή, μας δανείζουν με ληστρικά επιτόκια για να βγάλουν κέρδος. Πράγματι η κ. Μέρκελ επέβαλε το «τσιμπημένο» επιτόκιο του 5,2% για πολιτικούς λόγους και η Γερμανία είχε όφελος από μια διαφορά της τάξης του 2,5%. Αυτά που παραβλέπουμε είναι ότι ούτως ή άλλως κανείς άλλος δεν μας δάνειζε τότε. Οτι το επιτόκιο με το οποίο δανειζόμασταν ήταν πολύ χαμηλότερο από το επιτόκιο της αγοράς, το spread τον Μάιο του 2010 βρισκόταν πάνω από τις 400 μ. β. Οτι σε αυτό το πακέτο συμμετείχαν η Ισπανία, η Ιταλία και η Πορτογαλία, που δανείζονταν τότε με spread από 150 ώς 220 μ. β., στα όρια δηλαδή να μπαίνουν μέσα. Και ξεχνάμε, επίσης, ότι ουδέποτε το επιτόκιο των δανείων της τρόικας αντιστοιχούσε στο ρίσκο που έπαιρναν οι χώρες αυτές για τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων.

Γερμανικός δάκτυλος, υπέρογκα επιτόκια και κατοχικοί όροι
Στους αγαπημένους μας μύθους ανήκει επίσης ότι:

6. Για το χρέος της χώρας οι σημερινοί δανειστές μας και συνυπεύθυνοι είναι και έχουν ήδη πάρει τα χρήματά τους πίσω με το παραπάνω, αφού με τα δάνεια αγοράζαμε τα προϊόντα τους και με μίζες υπερτιμημένους εξοπλισμούς και υπερτιμημένα κεφαλαιουχικά αγαθά για τις εγχώριες δημόσιες βιομηχανίες. Κανείς όμως δεν υποχρέωσε τους Ελληνες να γεμίσουν τη χώρα Mercedes και BMW και όσο σκοτεινό και αν είναι το παρασκήνιο πίσω από τα υποβρύχια ή τις προμήθειες της Siemens, σε καμία περίπτωση αυτά δεν αθροίζονται στα 290 δισ. ευρώ που ήταν το ύψος του δημόσιου χρέος στο τέλος του 2009.
Οι πιο αποδεκτοί μύθοι είναι αυτοί που βασίζονται σε μια αφαίρεση, δηλαδή στη σκόπιμη παράβλεψη ενός σημαντικού στοιχείου, ώστε να αλλάζουν εντελώς η εικόνα και οι αναλογίες.

7. Η άποψη ότι η κρίση δεν είναι ελληνική αλλά εισαγόμενη και ότι πληρώνουμε τα σπασμένα για να σωθούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες αγνοεί το γεγονός ότι η χώρα ήταν καταχρεωμένη και ότι αν δεν ήταν μέλος της Ευρωζώνης ή θα έπρεπε να είχε πάρει τα μέτρα πολύ νωρίτερα ή θα είχε χρεοκοπήσει.

8. Η αντίληψη πάλι ότι θα έπρεπε να αρνηθούμε να αποπληρώσουμε το χρέος και να κηρύξουμε στάση πληρωμών εξαφανίζει από την εικόνα το διαχρονικά αρνητικό εμπορικό μας ισοζύγιο και την ανύπαρκτη ελληνική παραγωγική βάση και μαζί τους το γεγονός ότι το μοσχαράκι, το γάλα, τα καύσιμα και πολλά άλλα βασικά είδη θα αναβαθμίζονταν σε είδη πολυτελείας. Εξαφανίζει επίσης από την εικόνα τα πρωτογενή ελλείμματα στον προϋπολογισμό, κάτι που σημαίνει ότι το κράτος θα έπρεπε να σταματήσει να πληρώνει ή να μειώσει δραστικά τους μισθούς και τις συντάξεις.

9. Τελευταία κερδίζει έδαφος ο μύθος ότι τα δάνεια μας δίνονται για την εξυπηρέτηση του χρέους και όχι για μισθούς ή συντάξεις. Αυτός βασίζεται στην πραγματική αποτύπωση (ιδιαίτερα στους τελευταίους προϋπολογισμούς μετά το 2007) ότι πάνω από το 50% των δαπανών πηγαίνει στην εξυπηρέτηση χρεολυσίων και τόκων. Οι θιασώτες του υποστηρίζουν ότι σε σύγκριση με αυτά τα μεγέθη τα ελλείμματα που δημιουργεί ο δημόσιος τομέας είναι αμελητέα, και άρα η λύση βρίσκεται στη μη αποδοχή πληρωμής του χρέους. Η ανάγνωση αυτή αγνοεί ότι το 50% αυτών των πιστωτικών δαπανών αναφέρονταν τα τελευταία χρόνια σε Eurocommer cials, δηλαδή βραχυπρόθεσμες πιστωτικές διευκολύνσεις που συνάπτονταν για να χρηματοδοτηθούν καταναλωτικές δαπάνες του κράτους και αποπληρώνονταν μέσα στον χρόνο. Στην πραγματικότητα οι δαπάνες για τόκους ακόμα και σήμερα δεν ξεπερνούν το 6% του ΑΕΠ.

10. Ευρύτατα διαδεδομένος είναι επίσης ο μύθος ότι στο ελληνικό κράτος επιβλήθηκαν από τους δανειστές κατοχικοί όροι και άρση της ασυλίας του. Ο καθηγητής Αντ. Μανιτάκης έδειξε όμως στην «Κ» την περασμένη Κυριακή ότι οι όροι αυτοί για τους οποίους έγινε τόσος ντόρος είναι συνήθεις στις συμβάσεις δανεισμού και υπήρχαν πάντοτε και στις εκδόσεις ομολόγων.

11. Οσο για τον αγαπημένο μύθο της πλατείας, ότι εμείς δεν χρωστάμε τίποτε και ως εκ τούτου δεν πληρώνουμε τίποτε, θα έπρεπε να επισημάνει κανείς ότι τις κυβερνήσεις που οδήγησαν το χρέος στο σημερινό ύψος εμείς τις εκλέξαμε, «καλύτερες μέρες» και «λεφτά υπάρχουν» ψηφίζαμε πάντα. Και όσους προειδοποιούσαν ότι αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί, όπως π. χ. ο Στ. Μάνος, τους τιμωρούσαμε αφήνοντάς τους εκτός Βουλής.

Πηγή:  Καθημερινή,  19.06.2011

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Ο Λαϊκισμός από το Λαό για τον ίδιο το Λαό

Ο Νέος Likeσμός


(του Κώστα Γιαννακίδη)

Η τελευταία μεγάλη συγκέντρωση του Ανδρέα Παπανδρέου έγινε το 1993 στο Σύνταγμα. Ακολούθησε άλλη μία, στο πρώτο νεκροταφείο, πλην όμως ο πρόεδρος δεν ήταν σε θέση να πει ούτε λέξη. Κανένας δεν θυμάται τι είπε ο Ανδρέας σε εκείνη τη συγκέντρωση στο Σύνταγμα. Αν τώρα το θυμάστε εσείς, καλό είναι να αφήσετε τα προβλήματα αυτού του τόπου και να ασχοληθείτε με τα δικά σας. Λογικά μίλησε για νίκη, Μητσοτάκη, Ελλάδα, λαό, πρόοδο – όσοι παρακολουθούν συγκεντρώσεις αυτού του είδους λειτουργούν καλύτερα με τη χρήση keywords. Ουσιαστικά, είπε όσα λέγονται σε μία παραδοσιακή ελληνική πολιτική συγκέντρωση: απολύτως τίποτα. 

Είναι, άλλωστε, γνωστό πως όσο διευρύνεται το ακροατήριο μίας συγκέντρωσης, τόσο περιορίζεται η ουσία του πολιτικού λόγου που εκφέρεται από το βάθρο του ομιλητή. Λογικό. Όταν βγάζεις λόγο στο Speaker's Corner του Hyde Park, δεν σε αγγίζουν μόνο τα σχόλια του ακροατηρίου αλλά και το σάλιο του. Όταν ομιλείς από μία εξέδρα στο Σύνταγμα, έχεις την πολυτέλεια να φτιάχνεις μία τεράστια φούσκα που κρύβει μέσα της λέξεις και αέρα κοπανιστό. Μπροστά σε μικρό κοινό απευθύνεσαι ξεχωριστά σε κάθε ακροατή. Όμως, όταν απευθύνεσαι προς το λαό, στην πραγματικότητα δεν μιλάς σε κανέναν. 

Η αλήθεια είναι πως ακόμα και η έννοια του λαού είναι σε πολλές περιπτώσεις κενή περιεχομένου. Να, συνήθως αντιλαμβανόμαστε το λαό ως κάτι ενιαίο με συγκεκριμένη άποψη και τοποθέτηση απέναντι στα πράγματα. Ασφαλώς αυτό δεν ισχύει απόλυτα. Ο λαός αποτελείται από το άθροισμα εκατομμυρίων απόψεων που συμφωνούν σε ορισμένα βασικά. Εξ ορισμού δεν είναι ούτε σοφός, ούτε υπέροχος, ούτε «ξέρει καλά, κυρία μου» που λέει και ο Λάκης. Κάθε άλλο. Ο λαός εύκολα χειραγωγείται και κατευθύνεται. Το θέμα δεν είναι πολιτικό, είναι πρωτίστως ψυχολογικό. Ο Ανδρέας είχε κάνει διδακτορικό σε αυτό.

Ένα παιδί που γεννήθηκε τη μέρα της τελευταίας εμφάνισης του Ανδρέα στο Σύνταγμα είναι 18 χρονών και στο Facebook κάνει like όσους αφορίζουν την προηγούμενη γενιά. Ομοίως η προηγούμενη γενιά δείχνει πίσω της, και πάει λέγοντας ως την αρχή του εθνικού χρόνου και το τέλος των γενεών. Ένας φοιτητής που βρέθηκε στην τελευταία ομιλία του Ανδρέα είναι σήμερα σαραντάρης, έχει ακόμα ψίχουλα νεανικού σφρίγους στην τσέπη του σακακιού του, ίσως είναι άνεργος, πιέζεται από επιβαρυμένες αρτηρίες και οικονομικές απαιτήσεις. Tα βράδια προοωθεί chain mails που εξηγούν «την αλήθεια για το χρέος». Ο συνταξιούχος που παρηγορείται από τον Αυτιά ήταν μεσήλικας σε εκείνη την ομιλία. Σήμερα αισθάνεται προδομένος από τους πολιτικούς. 

Θα μπορούσα τώρα να καταδείξω πόσο σημαντική ήταν η επιρροή του Ανδρέα στις ζωές όλων, αλλά είναι κάτι που το γνωρίζετε. Θέλω να πω κάτι άλλο. Όλοι αυτοί έχουν λόγο να εξοργίζονται, να αγανακτούν και να μυρίζουν την τσίκνα από τις καντίνες στο Σύνταγμα. Έχουν εξαπατηθεί από τους πολιτικούς, πολλές φορές έγιναν έρμαια αχαλίνωτου λαϊκισμού και σήμερα προσπαθούν να εκφράσουν την αγωνία και να εκτονώσουν την οργή τους. Το πρόβλημα είναι πως ακόμα και αν πετύχουν κάτι, δεν ξέρουν τι ακριβώς θα είναι αυτό.

Το να εκφράζεις την αγανάκτησή σου χωρίς άμεσο θεσμικό αντίκρισμα μπορεί να κάνει κάποια τζάμια να τρίξουν, αλλά δεν θα ραγίσει ούτε γυαλί. Πρακτικά αυτό σημαίνει πως αν δεν φτιάξεις τουλάχιστον ένα σύλλογο με μετρήσιμη δύναμη, το σύστημα που πολεμάς θα σε βλέπει με συμπάθεια. Οι άνθρωποι στην πλατεία και στο δίκτυο ισχυρίζονται πως θέλουν να αλλάξουν αυτά που μας πλήγωσαν. Αν αμφισβητούν τον κοινοβουλευτισμό, τότε υπονομεύουν τη σοβαρότητά τους. Η πλατεία διαμαρτύρεται χωρίς να προτείνει. Δεν γίνεται αλλιώς. Διότι, παρά τα όσα εκστομίζονται, ο λαός έχει κοινή θέση μόνο στα στοιχειώδη. 
Η αμφισβήτηση εκτονώνεται «αναίμακτα», ανέξοδα, χωρίς να απειλεί. Δεν φταίει κανείς, έτσι είναι αυτά. Και γίνονται χειρότερα όταν το συλλογικό θυμικό εξαντλείται στη διαλεκτική για ένα λαό που ποτέ δεν φταίει, έχει πάντα δίκαιο, διατηρεί ακμαιότατο το αλάνθαστο αισθητήριο και μπορεί χωρίς τα λεφτά της τρόικας. Tα social media είναι υπέροχα. Έχουν μόνο ένα αγκάθι. Εκτρέφουν τη νέα και πιο απειλητική μορφή λαϊκισμού. Του λαϊκισμού που δεν εκπορεύεται από την ηγεσία, αλλά από το λαό για τον ίδιο το λαό.  
Πηγή:  ATHENS VOICE,  08.06.2011

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Υπάρχει Έλληνας Μπερλουσκόνι ?


(του Χρήστου Χωμενίδη)

Σε όλες σχεδόν τις πολιτικές δηµοσκοπήσεις που διενεργούνται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, στο ερώτηµα «Ποιος είναι καταλληλότερος για Πρωθυπουργός;» η απάντηση «Κανένας» υπερκεράζει την προτίµηση προς τον αρχηγό της συµπολίτευσης αλλά και των αντιπολιτευόµενων κοµµάτων. Αναλυτές και σχολιαστές ερµηνεύουν το εύρηµα διττά. ∆ιαπιστώνουν αφενός την ολοένα φθίνουσα εµπιστοσύνη του εκλογικού σώµατος προς τους κοινοβουλευτικούς ταγούς του. 

Εικάζουν, αφετέρου, ότι οι Ελληνες προσµένουν κάποιον σωτήρα, ο οποίος θα πάρει το παιχνίδι επάνω του και θα άρει τις αµαρτίες του πολιτικού κόσµου. Εναν µεσσία; Εναν «Κανένα», πιο σωστά, όπως είχε αυτοσυστηθεί ο Οδυσσέας στον Κύκλωπα Πολύφηµο προτού τον τυφλώσει και απαλλάξει την ανθρωπότητα από την κακοποιό δράση του.

Ιταλία, αρχές της δεκαετίας του ’90. Μια δράκα έντιµων δικαστικών, υποστηριζόµενη από τη λαϊκή αγανάκτηση και µια µερίδα του Τύπου, ξεκινάει την επιχείρηση «Καθαρά χέρια». Το πουλόβερ της διαπλοκής αρχίζει να ξηλώνεται και όσα καθηµερινά σχεδόν αποκαλύπτονται αφήνουν άναυδη την κοινή γνώµη. Ενα δίκτυο, που περιελάµβανε πολιτικούς, µαφιόζους, µασόνους της ακροδεξιάς Στοάς Π2, επιχειρηµατίες και δωροδοκούµενους δικαστές, αποδεικνύεται ότι κυβερνούσε τη χώρα. 

Συλλήψεις προσώπων υπεράνω πάσης υποψίας, αυτοκτονίες αλλά και δολοφονίες που έχουν σκηνοθετηθεί σαν αυτοκτονίες, έρευνες για υπεξαιρεθέντα αστρονοµικά ποσά οι οποίες καταλήγουν στην Ελβετία ή στη Λατινική Αµερική... Μέσα σε µία τριετία, τα πέντε παραδοσιακά κόµµατα που εναλλάσσονταν ή συνασπίζονταν στην ιταλική κυβέρνηση από την επαύριον του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου έχουν κατεβάσει ρολά. Ανάµεσά τους και η χριστιανοδηµοκρατία, η παραδοσιακά πλειοψηφούσα Κεντροδεξιά που είχε την ευλογία του Βατικανού και είχε αναδείξει µείζονες πολιτικές προσωπικότητες όπως ο αδικοχαµένος Αλντο Μόρο. 

Ο Μπετίνο Κράξι, αρχηγός του Σοσιαλιστικού Κόµµατος και πρώην πρωθυπουργός, «αυτοεξορίζεται» στην Τυνησία για να µη φυλακιστεί µε την κατηγορία της διαφθοράς. Η µόνη πολιτική δύναµη που παραµένει σχετικά άσπιλη είναι το Ιταλικό Κοµµουνιστικό Κόµµα – το µεγαλύτερο της ∆υτικής Ευρώπης – το οποίο µε την κατάρρευση του ανατολικού µπλοκ µετεξελίχθηκε σε ∆ηµοκρατικό Κόµµα της Αριστεράς, κόβοντας τους δεσµούς µε τους νοσταλγούς των φιλοσοβιετικών καθεστώτων. 

Τα προγνωστικά για τις εκλογές του 1994 έδιναν άνετη επικράτηση στη ∆ηµοκρατική Αριστερά. Ωσπου, λίγες εβδοµάδες προτού στηθούν οι κάλπες, ένας επιχειρηµατίας από τον Βορρά, που έχει σχετικά πρόσφατα αποκτήσει πανεθνική φήµη αγοράζοντας τη Μίλαν, αποφασίζει, κατά δήλωση του, «να βγει στο γήπεδο». ∆ηµιουργεί εκ του µηδενός το κόµµα Forza Italia (παραφράζοντας ένα ποδοσφαιρικό σύνθηµα), χρίζει πολιτικά στελέχη τους υπαλλήλους των επιχειρήσεών του, συµµαχεί µε την ακροδεξιά Εθνική Συµµαχία και µε την αποσχιστική Λίγκα του Βορρά και κερδίζει τις εκλογές. 

Τον ∆εκέµβριο του 1994 ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι ορκίστηκε για πρώτη φορά πρωθυπουργός. Το 2011 είναι ο µακροβιότερος επικεφαλής ιταλικής κυβέρνησης από την εποχή του Μουσολίνι. 

Στάθηκε ο Μπερλουσκόνι ο Ιταλός «Κανένας»; Αποτέλεσε την απάντηση της Ιστορίας σε ένα πολιτικό σύστηµα που σάπιζε εκ των έσω µέχρι που διαλύθηκε; Μπορούµε, συσχετίζοντας τη σηµερινή Ελλάδα µε την προ εικοσαετίας Ιταλία, να εικάσουµε µια παρόµοια εξέλιξη για τη χώρα µας; 

Η αλήθεια είναι ότι ο «Καβαλιέρε» – όπως του αρέσει να τον αποκαλούν υπενθυµίζοντας έναν τίτλο ιπποσύνης που κάποτε του είχε απονεµηθεί – διαθέτει κοινά χαρακτηριστικά µε αρκετούς ηµεδαπούς επίδοξους σωτήρες. ∆εν αναφέροµαι στα βαµµένα µαλλιά του – στο οικείο κοµοδινί χρώµα της ανδρικής εµµηνόπαυσης –, ούτε στο «σιδερωµένο» πρόσωπό του, το οποίο παραπέµπει λιγότερο σε Ντόριαν Γκρέι και περισσότερο σε Ηλία Ψινάκη. Ο υπερτονισµός της ιδιότητας του αυτοδηµιούργητου – γιος φτωχού τραπεζοϋπαλλήλου, πουλούσε στην εφηβεία του ηλεκτρικές σκούπες για να χρηµατοδοτεί τις σπουδές του – θυµίζει το σύνθηµα του Γιώργου Καρατζαφέρη «Ο γιος, ο ανιψιός ή κάποιος από εσάς;». 

Η νεανική καριέρα του ως τραγουδιστή και κοντραµπασίστα σε συγκρότηµα φέρνει στον νου τη θητεία του Παναγιώτη Ψωµιάδη στη νύχτα της Θεσσαλονίκης. Η απόπειρά του να παραστήσει τον πνευµατικό άνθρωπο ξεπατικώνοντας ανενδοίαστα µια εισαγωγή στην «Ουτοπία» του Τόµας Μουρ από έναν έγκριτο φιλόλογο δεν διαφέρει τόσο από την πρακτική ορισµένων δικών µας να κάνουν καριέρα µε κλεµµένα διδακτορικά ή να αυτοσυστήνονται ως καθηγητές ξένων πανεπιστηµίων, στα οποία έχουν δώσει µε το ζόρι τρεις διαλέξεις. 

Μπορούµε, εξάλλου, να απαριθµήσουµε αρκετούς τηλεοπτικούς αστέρες µας που µπήκαν πλησίστιοι στη Βουλή (αν και ο Μπερλουσκόνι από το να αποκτήσει δική του εκποµπή προτίµησε να στήσει εξαρχής το δικό του κανάλι, για να φτάσει να ελέγχει το 90% της ιταλικής τηλεόρασης, ιδιωτικής και δηµόσιας). Αλλους που ως πρόεδροι ποδοσφαιρικών οµάδων χρησιµοποιούν συστηµατικά τον «λαό» των οπαδών σαν µοχλό πολιτικής πίεσης. ∆εν έλειψαν εξάλλου ούτε από την Ελλάδα οι δηµόσιοι άνδρες που το είχαν βάλει πείσµα να αποδείξουν ότι η γοητεία και το ερωτικό τους σφρίγος ουδόλως επηρεαζόταν από την ηλικία τους... 

Εκείνο που καθιστά τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι µοναδικό φαινόµενο στα χρονικά του ανεπτυγµένου κόσµου (πιο κοντινό σε κάποιους αφρικανούς ή µετασοβιετικούς ηγεµόνες) είναι ότι συγκεντρώνει όλες τις παραπάνω ιδιότητες στο πρόσωπό του και ότι τις προβάλλει ανενδοίαστα εδώ και δεκαετίες. Η δήλωσή του ότι η Ιταλία αποτελεί τόπο ιδανικό για επενδύσεις επειδή διαθέτει τις πιο σέξι δακτυλογράφους δεν είναι διόλου πρόσφατη. Ο ισχυρισµός του ότι γοήτευσε τον πρόεδρο Μιτεράν παίζοντάς του πιάνο ανάγεται στα τέλη των 80s. Και η πεποίθησή του ότι µια χώρα µπορεί να κυβερνηθεί µε το ίδιο «τσαγανό» – τουτέστιν θράσος – µε το οποίο διοικείται µια επιχείρηση, ακροβατώντας στα όρια της νοµιµότητας, διαπερνούσε και τα λόγια και το ύφος του. 

Οι Ιταλοί, µε άλλα λόγια, ήξεραν ακριβώς τι ψήφιζαν όταν ψήφιζαν Μπερλουσκόνι. Ο άνθρωπος που τύπωσε σε 12 εκατοµµύρια αντίτυπα ένα οικογενειακό του άλµπουµ, το τιτλοφόρησε «Εθνική Ιστορία» και το ταχυδρόµησε σε τυχαίους ψηφοφόρους παραµονές των εκλογών προφανώς είχε πιάσει το σφυγµό του «κοινού», όπως συνηθίζει να αποκαλεί τον λαό. Η παρότρυνση σε µια νεαρή χαµηλόµισθη συµβασιούχο να παντρευτεί έναν πλούσιο – γιατί όχι και τον ίδιο του τον γιο; –, αν θέλει να λύσει το οικονοµικό της πρόβληµα, µπορεί να προκάλεσε φρίκη διεθνώς, αλλά από το κοινό του καταχειροκροτήθηκε. 

Ενα κοινό που το αφτί του δεν ιδρώνει από την αθέτηση όλων σχεδόν των προεκλογικών υποσχέσεων, ούτε και µοιάζει να επηρεάζεται από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μπερλουσκόνι, η προσωπική του περιουσία πολλαπλασιάστηκε κατά 15 φορές, φτάνοντας το 2010 στα εννέα δισεκατοµµύρια δολάρια. 

Κινδυνεύουν οι Ελληνες να υποκύψουν σε µια παρόµοια προσωπικότητα, εφόσον εµφανιστεί και προβληθεί δεόντως από τα ΜΜΕ; Θεωρώ πως όχι. Ο λόγος δεν είναι ο πολιτικός µας πολιτισµός και η εν γένει κουλτούρα µας. Η Ιταλία, ίσα ίσα, κοιτίδα της Αναγέννησης, πατρίδα στοχαστών όπως ο Μακιαβέλι και ο Γκράµσι οι οποίοι σφράγισαν τη δυτική σκέψη, θα έπρεπε να διαθέτει πολύ ισχυρότερες αντιστάσεις στον απλοϊκό λόγο και στο κακό γούστο. 

Εκείνο που – κατά την άποψή µου – τελικά σώζει την Ελλάδα από οπερετικές φιγούρες τύπου Μπερλουσκόνι είναι η περιρρέουσα σοβαροφάνειά της. 

Τα ταµπού της. Ως κοινωνία ξεριζωµένων αγροτών και προσφύγων, ανθρώπων που κουβάλησαν από τις χαµένες πατρίδες και από τα χωριά τους στη µεγαλούπολη µιαν επίφαση αυστηρού ήθους και µια νοσταλγία – σχεδόν νεκρόφιλη – προς την παράδοση, ποτέ δεν θα αναδεικνύαµε στα ύπατα αξιώµατα κάποιον µη «καθωσπρέπει». 

Μπορεί ο κοινωνικός µας βίος να βρίθει από ευτράπελες προσωπικότητες. Μπορεί κραυγαλέες περιπτώσεις όπως ο Αδωνις Γεωργιάδης και η Λιάνα Κανέλλη να αποτελούν το αλατοπίπερο της πολιτικής ζωής. Εκείνοι ωστόσο που προορίζονται να ηγηθούν οφείλουν να είναι ατσαλάκωτοι. Με την εξαίρεση του ύστερου Ανδρέα Παπανδρέου (ο οποίος όµως διέθετε τρία φωτοστέφανα, του επαναστάτη, του σοφού οικονοµολόγου και του γιου του πατέρα του), όλοι οι κοινοβουλευτικοί Πρωθυπουργοί της νεότερης Ελλάδας διέθεταν το προσωπείο, αν µη τι άλλο, του ευυπόληπτου νοικοκύρη. 

Ο Κώστας Καραµανλής παντρεύτηκε µε παραδοσιακό γλέντι στην Πρώτη Σερρών για να κερδίσει τους συντηρητικότερους ψηφοφόρους. Ο Γιώργος Παπανδρέου ακούει τα εξ αµάξης όποτε επιδίδεται στα αγαπηµένα του αθλήµατα, τα οποία κοντράρουν µε τον τρόπο ζωής – καναπές, µπίρες και πίτσες – του µέσου Ελληνα. Στην πατρίδα µας, όχι ο «παλιάτσος» Μπερλουσκόνι ή ο πρώην ζεν πρεµιέ Ρόναλντ Ρίγκαν αλλά ούτε καν ο αντικοµφορµιστής Θεόδωρος Πάγκαλος δεν θα είχε ελπίδα να κυβερνήσει, ακόµη και αν κατάπινε όλες τις εµπρηστικές δηλώσεις του. Εδώ ο Στέφανος Μάνος λοιδορήθηκε επειδή επέλεξε ως σήµα του κόµµατός του τον αναπάντεχο κόκκινο ταύρο και όχι κάποιον ήλιο, πυρσό ή σφυροδρέπανο... 

Αν το πολιτικό µας σύστηµα αποσαθρωθεί και οι Ελληνες επιλέξουν κάποιον παράκλητο για να του εµπιστευτούν τις τύχες τους, αυτός δεν θα έχει – εκτιµώ – καµία, επιφανειακά τουλάχιστον, σχέση µε τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Σηµαία του δεν θα είναι η επιχειρηµατική επιτυχία αλλά ο αταλάντευτος πατριωτισµός. Σύνθηµά του η επιστροφή στις ρίζες, σε µια χαρισάµενη εποχή ιδεολογικής καθαρότητας, ανόθευτης από τις περιπλοκές και από τις «ύποπτες» αποχρώσεις του µετανεωτερικού κόσµου. Εγγύηση η µονοκόµµατη ιδιοσυγκρασία του και ο µονότονος λόγος του, που θα ηχεί έντιµος και αντρίκειος. 

Φαντάζοµαι (και τρέµω) έναν τέτοιο «Κανένα». Τον βλέπω να ανακοινώνει αγέλαστος την κάθοδό του στα κοινά, ως επικεφαλής ενός επιτελείου «αρίστων». Να επαγγέλλεται την εξυγίανση από τα λαµόγια αλλά και από οποιονδήποτε φαλτσάρει από τον παραδεδεγµένο τρόπο ζωής. Να «υπερβαίνει» την αντίθεση µεταξύ Αριστεράς και ∆εξιάς ισχυριζόµενος πως η Ελλάδα, στους κρίσιµους καιρούς που διανύει, δεν έχει την πολυτέλεια να διχάζεται. Να υπογραµµίζει το ανάδελφον του έθνους – ή του γένους – µας και να συνωµοσιολογεί για τους εχθρούς που µας απειλούν από Ανατολή και ∆ύση.

Να ζητάει όχι µόνο την ψήφο αλλά και την ενεργή στράτευση των «τίµιων ανθρώπων» για µια νέα παλιγγενεσία. Να συγκροτεί το εικονοστάσι του οικειοποιούµενος ήρωες από όλο το πολιτικό φάσµα και από όλες τις ιστορικές περιόδους: Τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον Ρήγα Φεραίο. Τον Ιώνα ∆ραγούµη και τον Μίκη Θεοδωράκη... 

Ενας τέτοιος Ελληνας «Κανένας» θα απέβαινε εν δυνάµει εξίσου επικίνδυνος µε τον Μπερλουσκόνι, εφόσον θα τον χαρακτήριζε η ίδια απολίτικη αντίληψη της πολιτικής. Η ίδια υπεραπλουστευτική προσέγγιση των προβληµάτων. Αποθεώνοντας τον κοινό νου και το αδαµάντινο ήθος, θα έφερνε τον σηµερινό χαοτικό κόσµο στα µέτρα ενός γηπέδου ποδοσφαίρου ή ενός πεδίου µάχης όπου οι καλοί και οι κακοί ξεχωρίζουν από το χρώµα της στολής τους. Οταν ο Μπερλουσκόνι διόριζε υπουργό έναν πρώην αεροσυνοδό ή ανέθετε την προεδρία της Βουλής σε µια εντελώς άσηµη δηµοσιογράφο, το επικοινωνιακό µήνυµα ήταν σαφές: «Καθένας µπορεί να καταλάβει και να διαπρέψει σε οποιοδήποτε αξίωµα. Αρκεί να είναι στρατευµένος στην ιερή µας προσπάθεια». 

«Υπάρχει», θα διαφωνήσετε, «χαώδης διαφορά ανάµεσα σε έναν διεφθαρµένο επιχειρηµατία που κατεβαίνει στις εκλογές εν µέρει για να αποφύγει την προφυλάκιση και σε έναν τίµιο άνθρωπο ο οποίος αποφασίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην καταρρέουσα Ελλαδίτσα!» Και όµως, ο «Κανένας» – όποιο αξιακό σύστηµα και αν πρεσβεύει, από όσο αγνές προθέσεις και αν εµφορείται – είναι εξαιρετικά επικίνδυνος επειδή αντιλαµβάνεται τον εαυτό του ως σωτήρα. 

Από την ίδρυση της Forza Italia αλλά και νωρίτερα, όταν χάραζε το προφίλ του σε αναµνηστικά χρυσά νοµίσµατα για την επέτειο της Μίλαν, ο Μπερλουσκόνι δεν αισθανόταν ένας µεταξύ ισότιµων εταίρων στο πολιτικοοικονοµικό παιχνίδι. Ενιωθε – και το διακήρυσσε ανενδοίαστα – ότι συνοµιλεί απευθείας µε τα πεπρωµένα της πατρίδας του. Οπως αφήνουν να εννοηθεί τον τελευταίο καιρό για τον εαυτό τους ορισµένοι ηµέτεροι σοφολογιότατοι, που αρθρογραφούν ή δίνουν συνεντεύξεις µηδενίζοντας συλλήβδην τη Μεταπολίτευση και προαναγγέλλοντας – έµµεσα ή άµεσα – το «γύρισµα της σελίδας». 

«Ο Κωνσταντίνος Καραµανλής;», θα αντιτάξετε, «δεν έφτασε από το Παρίσι του 1974 σαν µεσσίας, για να γλιτώσει τη χώρα από το χάος στο οποίο την είχε βυθίσει η χούντα; Ο Ελευθέριος Βενιζέλος; ∆εν εκλήθη από την Κρήτη µετά το κίνηµα στο Γουδί το 1909 για να ξεπλύνει την ντροπή του 1897 και να δώσει στην Ελλάδα τη χαµένη της υπερηφάνεια;». Ο µεν Καραµανλής, καψαλισµένος από το αυταρχικό µετεµφυλιακό πολίτευµα, θέσπισε τους κανόνες της µεταπολιτευτικής δηµοκρατίας και τους ακολούθησε µέχρι τέλους µε ευλάβεια. 

Ο δε Βενιζέλος θυσίασε στον βωµό του σεβασµού στους κανόνες όχι µονάχα την προσωπική του φιλοδοξία αλλά και το εθνικό όραµα: Οταν το 1920 –ηγέτης των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών – ηττήθηκε στις εκλογές, αγνόησε τις προτροπές να συνεχίσει να κυβερνάει δικτατορικά µε τη στήριξη των µεγάλων συµµάχων. Παρέδωσε την εξουσία στους αντιπάλους του, που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή. 

Ο «Κανένας» εµφανίζεται σε ταραγµένους καιρούς, εν µέσω συλλογικής απελπισίας. Τάζει λαγούς µε πετραχήλια, ποζάρει µε το αστραφτερό µεγαλείο ενός σύγχρονου πολυµήχανου Οδυσσέα. Προτού µπήξει όµως το πυρακτωµένο δόρυ στο µάτι του Κύκλωπα, έχει ήδη τυφλώσει τον λαό ή το κοινό που τον ακούει. Εχει τυφλωθεί, ενδεχοµένως, και ο ίδιος...
Πηγή:  ΒΗΜΑΜΕΝ,  24.02.2011

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Η Εικονική Πραγματικότητα των Ελλήνων


(του Φώτη Γεωργελέ)

Στην ουρά προς το ταμείο, περιμένοντας να πληρώσω. Διάλογοι: Άσε, ρε, που θα μας βγάλουν από την Ευρώπη. Αφού θέλουν να τους χρωστάμε, οι καλύτεροι πελάτες τους είμαστε.

Φταίνε οι άνθρωποι που σκέφτονται έτσι; Την ίδια μέρα σε μεγάλη εφημερίδα διαβάζω την καταπληκτική φράση: Ο αμερικανικός παράγων πιέζει για χορήγηση δανείου, ώστε να διατηρηθεί η επιτήρηση της χώρας. Κατάλαβες; Πρέπει να μας ζητάνε και συγγνώμη που μας δάνεισαν τόσα λεφτά. Ο βουλευτής της ΝΔ κ. Σταμάτης αποκαλύπτει τη συνωμοσία στο δελτίο της ΝΕΤ: Να συνυπολογίσουμε τις φιλοτουρκικές θέσεις του Όλι Ρεν. 

Αυτή η χώρα έχει επιτύχει την εικονική πραγματικότητα και έξω απ’ το διαδίκτυο. Ζει μια «second life». Υπάρχει μια πραγματικότητα, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των 27 χωρών, όλων των κυβερνήσεων, του υπόλοιπου πλανήτη. Και υπάρχει και η ελληνική. Διάλεξε πραγματικότητα. Απλώς, μετά, δεν υπάρχει «αποσύνδεση». 

Μέσα σε μια δεκαετία καταφέραμε από πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού 5% το 1999, να φτάσουμε σε έλλειμμα 10% το 2009. Σε λεφτά είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό. Ενώ τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας είχαμε πλεόνασμα, ενώ ακόμα και το ολυμπιακό 2003 το έλλειμμα ήταν μόλις 1,2 δις, την καταστροφική τριετία το έλλειμμα πήγε 4,5 δις το 2007, 11,5 δις το 2008, 24 δις το 2009. Χωρίς τους τόκους. Με τους τόκους 36 δις. Τι έγινε αυτά τα χρόνια; Πώς μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, να σταματήσουμε τη σπατάλη και τη λεηλασία; Κανείς δεν απαντάει σ’ αυτό, λένε μόνο «Αντίσταση στη χούντα του ΔΝΤ».

Στην πραγματικότητα του υπόλοιπου πλανήτη Γη, η Ελλάδα δεν προχωράει στις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται, δεν εφαρμόζει το πρόγραμμα της Ευρώπης και του Νομισματικού Ταμείου, δεν μειώνει τη σπατάλη του κράτους. Στην πραγματικότητα της Ελλάδας, κατηγορούμε την κυβέρνηση γιατί εφαρμόζει το «Μνημόνιο των ξένων επικυρίαρχων». Τα απίστευτα ελληνικά Μέσα την κατηγορούν και για τα δυο. Ταυτοχρόνως. 

Αφού χωριστήκαμε στο ψεύτικο δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο, φέτος η διαχωριστική γραμμή είναι συναινετικοί-αντισυναινετικοί. Προτιμάμε να πεινάσουμε παρά να υποκύψουμε, όχι στη συναίνεση, γράφουν τα γαλάζια δίκτυα που προετοιμάζουν τον επόμενο πρωθυπουργό της δραχμής. Ιταμή επέμβαση των ξένων, ριγούν τα τηλεοπτικά δελτία, θέλουν να απαγορεύσουν την αντιπολίτευση. Θέλει η ευρωπαϊκή κοινότητα να απαγορεύσει την αντιπολίτευση; Μα αντιπολίτευση σ’ αυτή τη χώρα κάνει ο Πολ Τόμσεν. Αυτός μόνο λέει ότι δεν είναι δυνατόν να επιβαρύνετε συνέχεια τους ίδιους για να χρηματοδοτείτε την υπέρβαση των δαπανών του κράτους. 

Η ΝΔ και η Αριστερά κάνουν τη συνεπέστερη συμπολίτευση στην κυβέρνηση. Η κυβέρνηση συμφωνεί με την τρόικα το πρόγραμμα σωτηρίας και δεν το εφαρμόζει. Η δήθεν αντιπολίτευση τη σιγοντάρει να μην το εφαρμόσει. Το παιχνίδι που παίζεται ένα χρόνο τώρα, με ψευδείς αντιθέσεις, τεχνητές εντάσεις και κρυφή συναίνεση, λέγεται εσωτερική αναδιανομή του χρέους. Αρνούνται να πειράξουν το μηχανισμό χρηματοδότησης της εκλογικής πελατείας των κομμάτων και προσπαθούν να περάσουν το λογαριασμό στον ιδιωτικό τομέα και τους νέους. Δεν πειράζουν την κρατική και κομματική γραφειοκρατία, τα δικά τους εισοδηματικά και ασφαλιστικά προνόμια, τις δικές τους υπηρεσίες, φορείς, οργανισμούς, επιτροπές, διοικητικά συμβούλια, οδοιπορικά, αμοιβές μελών, αποζημιώσεις, επιδόματα και αφήνουν τη νέα γενιά χωρίς δουλειά, χωρίς ταμεία και χιλιάδες επιχειρήσεις σε ασφυξία.

Σύσσωμο το πολιτικό σύστημα προσπαθεί να προστατεύσει το «μαγαζάκι» του. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει την πτώχευση της χώρας. Με συντονισμένες διακομματικές προσπάθειες αποπροσανατολισμού, κρύβει την πραγματικότητα. Μπερδεύει τους πολίτες με ψεύτικα διλήμματα. Τα καταφέρνει γιατί ενώ η πλειονότητα της κοινωνίας βλέπει ευνοϊκά τις μεταρρυθμίσεις, στο πολιτικό, συνδικαλιστικό, δημοσιογραφικό σύστημα οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις είναι μειοψηφία. Η ευρωπαϊκή κοινότητα δεν θέλει να απαγορεύσει την αντιπολίτευση. Θέλει το τελείως αντίθετο. Θέλει να βάλει το δίλημμα για να σπάσει ακριβώς την κρυφή διακομματική συναίνεση. 

Τις προηγούμενες μέρες η Μαρία Δαμανάκη από τις Βρυξέλλες, με 81 μόνο λέξεις, έθεσε το πραγματικό δίλημμα: Ή συντονίζουμε την πραγματικότητά μας με την πραγματικότητα των Ευρωπαίων εταίρων μας ή συνεχίζουμε στη δικιά μας εικονική πραγματικότητα. Μόνο που αυτή η πραγματικότητα θα είναι πια κάπου κάτω απ’ την Ευρώπη, κοντά στη Λιβύη. Χρεοκοπημένα μέσα ενημέρωσης και κόμματα της χρεοκοπίας, ακόμα και μέσα στο δικό της, έπεσαν αμέσως να τη φάνε. Κι αυτό είναι αποκαλυπτικό και πολύ επικίνδυνο. Δείχνει ότι σιγά-σιγά ωριμάζει στο σύστημα εξουσίας της προηγούμενης περιόδου, σ’ αυτό το σύστημα που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία, η ιδέα ότι μπροστά στην προοπτική να γίνουμε «φυσιολογική χώρα» και να σταματήσει η λεηλασία, το ενδεχόμενο ενός τριτοκοσμικού μέλλοντος δεν είναι και πολύ άσχημο. Θα τυπώνουν πληθωριστικές δραχμές στον Χολαργό, θα απομυζούν το δημόσιο οι κομματικοί τους στρατοί, η διαπλεκόμενη επιχειρηματικότητα θα παίρνει δουλειές και προμήθειες όπως πάντα, τα χρεοκοπημένα ΜΜΕ θα κρύψουν τη χρεοκοπία τους μέσα στη γενική χρεοκοπία, θα ιδιοποιούνται τη δημόσια γη στα Βατοπέδια, τα λεφτά των ταμείων με τα τοξικά ομόλογα και με τον πλούτο που συσσώρευσαν όλα αυτά τα χρόνια θα αγοράσουν και την υπόλοιπη Ελλάδα για ένα κομμάτι ψωμί. Οι υπόλοιποι βέβαια θα χρεοκοπήσουν, οι μισθοί θα γίνουν 200 ευρώ και οι νέοι θα ψάχνουν δουλειά στη Βουλγαρία. Είναι πολλοί όμως αυτοί που ποντάρουν στη χρεοκοπία της χώρας κρυμμένοι πίσω από «πατριωτικά» συνθήματα, «αδιαπραγμάτευτες» στάσεις και νοσταλγίες για την «ελληνική» δραχμή. 

Μετά από 20 μήνες έντονου διαλόγου, όμως, κανείς δεν δικαιούται να λέει δεν ήξερα. «Κρύβουν την αλήθεια», αν δεν θες να αντιμετωπίσεις την αλήθεια.

Πηγή:  Athens Voice, 01.06.2011