Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

Η Μουσική Μετά το I-Pod




«Ο Στηβ Τζομπς είναι ο ηθικός αυτουργός για το θάνατο της μουσικής βιομηχανίας». Τα λόγια μοιάζουν βαριά. Και γίνονται αφόρητα όταν συνειδητοποιείς πως αυτός που τα εκστομίζει συγκαταλλέγεται ανάμεσα στους εν ζωή ήρωες της ποπ κουλτούρας. Εμπεριέχουν όμως κι άλλα ψήγματα δράματος –ίσως και μια δόση απληστίας. Οι Bon Jovi, η μπάντα της οποίας η ηγετική μορφή, ο Τζον Μπον Τζόβι, είναι αυτός που εξαπέλυσε στα μέσα Μαρτίου το κατηγορητήριο κατά του ιδρυτή της Apple, βρίσκονται αυτή την στιγμή στην δεύτερη θέση των πιο καλοπληρωμένων μουσικών παγκοσμίως, μερικές χιλιάδες δολάρια μόλις πίσω από την Lady Gaga. Ο ο 49χρονος μουσικός έχει στο στόχαστρο το iPod, τον μυθικό πλέον MP3 Player με τον οποίον πριν ακριβώς μια δεκαετία η Apple άλλαξε για πάντα τον τρόπο που ακούμε μουσική και το online κατάστημα iTunes που πουλάει μουσική «με το κομμάτι»: «Τα παιδιά σήμερα δεν ζουν ούτε την εμπειρία του να κλείνουν τα μάτια και να χάνονται σ’ ένα άλμπουμ, ούτε την αγωνία του να πηγαίνουν με το χαρτζιλίκι τους στο δισκάδικο και να διαλέγουν ένα δίσκο με βάση το εξώφυλλο, χωρίς να ξέρουν τι θα ακούσουν, δημιουργώντας εικόνες με τη φαντασία τους», εξήγησε στο περιοδικό των Sunday Times.

Με τη νοσταλγία του Μπον Τζόβι πολλοί θα συγχρονισθούν, αρκετοί θα φτάσουν μέχρι και στον αφορισμό του iPod και του MP3. Αλλά είναι και πολλοί εκείνοι που θα χαμογελάσουν με συγκατάβαση μπροστά στην ρομαντική περιγραφή της απόλαυσης ενός δίσκου. Γιατί η επανάσταση του iPod ήταν τόσο ριζική που πλέον μας έχει οπλίσει με μια ολόκληρη δισκοθήκη στην τσέπη μας. Μια δισκοθήκη που έχουμε αποκτήσει φτηνά (ή και δωρεάν) και που μας δίνει μια ολοκληρωμένη αίσθηση της μουσικής, το παρελθόν, το παρόν αλλά και το μέλλον της με τρία πατήματα του κουμπιού, όσα χρειάζεται για να φτάσεις ν’ ακούσεις ένα τραγούδι στο iPod. Οι νέες τεχνολογίες διεύρυναν σε συγκλονιστικό βαθμό το κοινό που έχει πρόσβαση στη μουσική και, όσο και να γκρινιάζουν οι καλλιτέχνες για τα χρήματα που χάνουν από τα παράνομα, δωρεάν downloads ή για τη χαμένη εμπειρία του άλμπουμ, η πραγματικότητα είναι ότι δεν πρόκειται να γυρίσουμε εκεί που βρισκόμασταν στα ‘90s. Η ειρωνία, ειδικά για το παράδειγμα των Bon Jovi, είναι πως διαχειρίστηκαν ιδανικά όλη αυτήν την επανάσταση, χρησιμοποιώντας τα iPod σαν τον κομιστή του έργου τους σε κάθε ζευγάρι αυτιών, προμοτάροντας έτσι τα φαντασμαγορικά τους ζωντανά σόου (που θα έχουμε την χαρά να παρακολουθήσουμε τον Ιούλιο και στην Αθήνα), από τα οποία πλέον βγάζουν την συντριπτική πλειονότητα τον κερδών τους.

Η δεκαετία του iPod
Όταν τον Οκτώβριο του 2001, η Apple (προλαμβάνοντας τους παραδοσιακούς κατασκευαστές γκάτζετ, παρότι η ίδια ήταν μέχρι τότε αποκλειστικά εταιρεία παραγωγής υπολογιστών και software) παρουσίαζε το iPod, μια πανέμορφη φορητή συσκευή αναπαραγωγής αρχείων MP3 που χωρούσε περίπου 1000 τραγούδια και ήταν εξαιρετικά απλή στη χρήση της, βρισκόμασταν ήδη ένα χρόνο μετά την περίφημη δίκη του Napster. H μουσική βιομηχανία είχε καταφέρει ένα πλήγμα στην παράνομη διάδοση μουσικής, αλλά ξαφνικά βρισκόταν αντιμέτωπη με έναν εχθρό που την προσέγγιζε με τη μορφή του καλύτερου φίλου. Το iPod υποσχόταν διάδοση του νέου φορμά με νόμιμο τρόπο και παρότι οι δισκογραφικές γνώριζαν καλά πως θα ήταν πολύ δύσκολο να ελέγξουν το τι θα έμπαινε μέσα σε κάθε λευκό γκατζετάκι, υιοθέτησαν τη λογική του, μην μπορώντας να κάνουν αλλιώς. Η Apple, παρέα με τη μουσική βιομηχανία δημιουργούσε ένα τέρας που δεν θα μπορούσε να χαλιναγωγηθεί –ή τουλάχιστον αυτό κρίνουν οι πολέμιοι του iPod μία δεκαετία μετά.
Για πρώτη φορά πάντως μια τεχνολογική επανάσταση στη μουσική δεν συνοδεύθηκε και από ένα νέο κίνημα (όπως έγινε με τους δίσκους των 78 στροφών και το φοξτροτ ή την χορευτική τζαζ στα ‘20s, ή όπως έγινε με το Walkman και το MTV και την πολύχρωμη ποπ των ‘80s), για πρώτη φορά όρισε την εποχή της αποκλειστικά με αυτοαναφορικά σύμβολα: Τα λευκά ακουστικά του iPod (ένα σύμβολο status και ταυτόχρονα η καλύτερη από στόμα σε στόμα διαφήμιση), το online μουσικό κατάστημα iTunes (που είναι το σημαντικότερο σημείο πώλησης μουσικής παγκοσμίως –έχει μερίδιο 90% της αγοράς των ΗΠΑ κι έχει ξεπεράσει τα 10 δις. τραγούδια σε πωλήσεις) και η λειτουργία “shuffle” (η δυνατότητα του iPod να παίζει ανακατεμένα τα τραγούδια με τα οποία το έχει γεμίσει ο ιδιοκτήτης του).

Ας τα πάρουμε με την αντίστροφη σειρά: Με το “shuffle” συνηθίσαμε πια να ακούμε τη μουσική μας όχι στο περιβάλλον που την πακετάρισε για εμάς ο συνθέτης της, αλλά πολύ έξω από τα περιθώρια ενός άλμπουμ. Σ’ ένα γεμάτο με 35.000 τραγούδια (ας πούμε με 3.000 άλμπουμ –μια τεράστια δισκοθήκη δηλαδή) iPod των 160 GB το “shuffle” χαρίζει μια καινούργια, απρόβλεπτη, γεμάτη εκπλήξεις μουσική διαδρομή κάθε ημέρα σε όποιον επιλέγει να μην ακούει πλήρη άλμπουμ με κάποια σειρά, ας πούμε χρονική ή μουσικών ειδών.

Το πέρασμα απ’ το ανθεμικό ροκ των Killers στην αρχετυπική τζαζ του Κάουντ Μπέιζι κι από εκεί σε μια λαϊκοπόπ τσιχλόφουσκα της Έλλης Κοκκίνου πριν φτάσει στον «σκεπτόμενο» ήχο των R.E.M. μπορεί να ακούγεται σαν μια εφιαλτική ακροβασία για κάποιους από εμάς, αλλά σίγουρα συγκινεί πολλούς άλλους. Αυτούς που μέχρι πρόσφατα δεν ενδιαφέρονταν και πολύ για τη μουσική, αλλά που πλέον με ένα «γέμισέ μου το iPod με ό,τι έχεις», ντύνουν ηχητικά τις μετακινήσεις τους ή τον ελεύθερο χρόνο τους με το δικό τους DJ set. Eίναι συνήθως το κοινό που δεν νοιάζεται τόσο για την ποιότητα αυτού που κρύβεται μέσα στο μαγικό κουτάκι που έχει χωμένο στην τσέπη του, αλλά για την ποσότητα. Είναι ο μέσος όρος που αυτοορίζεται μουσικά ως «ακούω τα πάντα». Είναι εκείνοι που βαρέθηκαν την playlist του ραδιοφώνου και πέρασαν στην υπερπολλαπλάσια και απείρως πιο αναπάντεχη playlist του iPod (η φράση «what’s on your iPod?» ήταν μια υπέροχη καραμέλα για τα νεανικά περιοδικά και τις μουσικές εκμπομπές τα τελευταία δέκα χρόνια). Και βέβαια, είναι εκείνοι που μαζεύουν μουσική απ’ όπου βρουν, συνήθως κατεβασμένη από παράνομα sites –ή πιο συχνά από τους σκληρούς δίσκους φίλων και γνωστών, χωρίς πάντως να πληρώνουν γι’ αυτήν.

Ας μην βιαστούμε να τους καταδικάσουμε: Δεν θα αγόραζαν μουσική ακόμη κι αν δεν υπήρχε το MP3. Όμως τώρα ίσως και να συγκινηθούν από ένα κομμάτι που ξεχώρισε εντυπωσιακά μέσα απ’ το ατέλειωτο shuffle τους και να ενδιαφερθούν για μια ολοκληρωμένη δουλειά του συνθέτη του. Ο κ. Μάκης Μάτσας, βέβαια, ο πρόεδρος της Minos-EMI, μού διαψεύδει την ελπίδα: «Μπορεί να διακινούνται πολύ περισσότερα τραγούδια, αλλά οι πωλήσεις πέφτουν κατακόρυφα. Η μουσική έφτασε δωρεάν σε κόσμο που δεν ενδιαφέρεται να την ψάξει περισσότερο. Και το χειρότερο είναι ότι μέσα σε όλη αυτήν την ποσότητα και σε όλα αυτά τα αυτιά, ακόμη και κάτι πολύ ποιοτικό, θα πάει χαμένο. Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί στην δεκαετία που έφυγε δεν εμφανίστηκε ούτε ένας πραγματικά “τεράστιος” καλλιτέχνης;».

Το τέλος του άλμπουμ
Ο προβληματισμός που θέτει ο κ. Μάτσας, η αιώνια αντίθεση της ποιότητας με την ποσότητα, που όταν το ισοζύγιο γέρνει επικίνδυνα προς τη μεριά της τελευταίας σχεδόν εξαφανίζει την πρώτη, είναι και το πιο σύνηθες ερώτημα που τίθεται από τους πολέμιους ή τους σκεπτικιστές, έστω, του iPod και του MP3. Ακόμη μεγαλύτερο ρόλο σ’ αυτό ίσως έχει παίξει ο κατακερματισμός της μουσικής, το τέλος του άλμπουμ στην ουσία, λόγω του τρόπου που πουλάει τραγούδια το iTunes. Όταν ο Στην Τζομπς, το 2003, δύο χρόνια μετά το λανσάρισμα του iPod έπειθε τις πέντε μεγαλύτερες δισκογραφικές του πλανήτη να διανέμουν τη μουσική τους μέσω του online καταστήματός του σε μορφή MP3 που θα μεταφερόταν κατ’ ευθείαν στο iPod του αγοραστή, εκείνες δεν δίστασαν να κινηθούν με το ρεύμα της επανάστασης. Τα κέρδη τους είχαν ήδη μειωθεί κατά ένα εντυπωσιακό 25% μέσα σε 5 χρόνια, λόγω του παράνομου downloading. Ήταν επιτακτική ανάγκη να βρουν νέους τρόπους προσέγγισης του κοινού.

Η μέθοδος που επελέγη ήταν η πληρωμή «ανά κομμάτι», κάτι που δεν ήταν φυσικά δυνατόν μέχρι τότε –θα κόστιζε πάρα πολύ να τυπώνουν το κάθε τραγούδι σε ξεχωριστό CD. Υπήρχε πάντα η επιλογή του κατεβάσματος ενός πλήρους άλμπουμ, αλλά η λειτουργία «0,99 δολάρια (ή ευρώ) ανά κομμάτι» ήταν αυτή που συγκίνησε το ευρύ κοινό. Οι πωλήσεις πήραν μια ανάσα, το iTunes έγινε μέσα σε 5 μόλις χρόνια, το 2008, το μεγαλύτερο κατάστημα μουσικής στον κόσμο, αλλά αυτό δεν αντέστρεψε το κλίμα: Μπαίνοντας στα ‘10s, ο τζίρος συνεχίζει να μειώνεται, παρ’ ότι αυξάνεται κατακόρυφα ο αριθμός των ανθρώπων που κατεβάζουν μουσική. Πολύ απλά γιατί η Αpple δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να κερδίσει από το iTunes (εξ ου και οι πολύ χαμηλές τιμές του), αλλά από τα iPod της. Δεν την ενδιαφέρει αν η μουσική με την οποία τα γεμίζεις είναι πληρωμένη –τής αρκεί να υπάρχουν αρκετά MP3 εκεί έξω που να σιγουρεύουν ότι θα θέλεις ένα πιο μεγάλο iPod για να τα χωρέσεις...

Την ίδια ώρα, κάποια τραγούδια πωλούσαν περισσότερο από τα άλλα του ιδίου άλμπουμ, με αποτέλεσμα οι καλλιτέχνες να αλλάξουν την φιλοσοφία τους στην σύνθεση –τουλάχιστον όσοι ενδιαφέρονταν κυρίως για την εμπορική επιτυχία- και να σβήσουν την έννοια «άλμπουμ» από τις προτεραιότητές τους. Νέα άλμπουμ, φυσικά, κυκλοφορούν συνέχεια, αλλά πια παίζουν περισσότερο τον ρόλο του αμπαλάζ για τα δύο-τρία σινγκλ που προμοτάρονται μεθοδικά ώστε να «φεύγουν» αμέσως μετά την εμφάνισή τους στο iTunes.
H κουλτούρα της γενιάς του MP3
Μοιάζουν, όμως, όλα τα παραπάνω να περιγράφουν μια δεκαετία που καταστρέφει τη μουσική. Τα πράγματα βέβαια δεν είναι ποτέ μόνο μαύρα ή μόνο άσπρα. Και κυρίως, η δύναμη της μουσικής δεν ορίζεται από τα κέρδη μιας δισκογραφικής ούτε απ’ το αν ένας καλλιτέχνης που είχε μάθει να γράφει έργα των 60 ή των 70 λεπτών που χωρούσαν σε ένα LP ή ένα CD πρέπει τώρα να αλλάξει νοοτροπία και να προσανατολισθεί προς το μεμονωμένο τραγούδι. Είπαμε, «το iPod άλλαξε για πάντα τον τρόπο που ακούμε μουσική» και παρ’ ότι οι περασμένες γενιές βλέπουν με σκεπτικισμό την αλλαγή αυτή, οι νέοι που μεγάλωσαν από το 2001 και μετά, οι τότε πιτσιρικάδες με τα λευκά ακουστικά στ’ αυτιά που δεν είχαν γνωρίσει την προηγούμενη κατάσταση, οι σημερινοί 25άρηδες και οι νεώτεροι θα έφριτταν ίσως με όλα όσα ήταν δεδομένα μέχρι τα τέλη των ‘90s: Με το πόσο δύσκολο ήταν για έναν ανεξάρτητο καλλιτέχνη να κυκλοφορήσει τη μουσική του (κάτι που σήμερα είναι παιχνιδάκι με το MP3 και το Internet), με το πού έπρεπε να ταξιδέψεις για να βρεις ένα σπάνιο δισκάκι που ήθελες να ακούσεις (όταν πια τα πάντα είναι απλώς ένα κλικ μακριά) και κυρίως με το γεγονός ότι πραγματική γνώση της μουσικής είχαν αποκλειστικά όσοι μπορούσαν να ξοδέψουν μια περιουσία για να αποκτήσουν έστω και μόνο τα πιο εμβληματικά άλμπουμ της ιστορίας.

Και ίσως να μας χλεύαζαν εμάς τους παλιότερους και τις εμμονές μας στα περίτεχνα εξώφυλλα, τους λαμπάτους ενισχυτές, τα είδωλά μας, για το οποία δεν σηκώναμε μύγα στο σπαθί μας. Γιατί, στο κάτω κάτω της γραφής, η μουσική είναι ένα πολύ απλό πράγμα, είναι ακόμη και το αυθόρμητο σφύριγμα ενός σκοπού που μπορεί να σε κάνει να νιώσεις θαυμάσια, ή το άκουσμα του αγαπημένου σου τραγουδιού που τυχαίνει να παίζει σαν ringtone στο κινητό του διπλανού. Για την ίδια την Αpple υπήρξε ο προπομπός μιας σειράς άλλων μικρών συσκευών που εκτίναξαν την δημοφιλία της και που άλλαξαν ακόμη περισσότερο την δική μας καθημερινότητα. Με το πέρασμα στα ‘10s οι πωλήσεις του iPod σιγά σιγά φθίνουν και όλο και περισσότερο συζητιέται πως η Apple μάλλον τείνει στο να το εγκαταλείψει. Δεν είναι βέβαια ακριβώς έτσι τα πράγματα. Στην ουσία το iPod πια κρύβεται μέσα σε κάθε iPhone, μέσα σε κάθε iPad και η επανάσταση που έχει φέρει, η πρόσβαση σε οποιοδήποτε τραγούδι από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου είναι πια ένα από τα ακλόνητα δεδομένα της καθημερινής μας επαφής με την τέχνη. Ας σκεφτούμε πόσο τεράστια δύναμη κρύβει αυτή η διαπίστωση, πόσες ελπίδες δίνει για το αύριο της μουσικής, και μετά ας αποφασίσουμε αν τελικά μας πειράζει τόσο πολύ που στην δεκαετία που πέρασε δεν βγήκαν οι «νέοι Beatles» ή που το μοντέλο της δισκογραφίας που λειτουργούσε απαράλλαχτο για 80 σχεδόν χρόνια έφτασε στον μαρασμό του.
 
Πηγή: To κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Κ" της "Καθημερινής", στις 3.4.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου