Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Υπάρχει Έλληνας Μπερλουσκόνι ?


(του Χρήστου Χωμενίδη)

Σε όλες σχεδόν τις πολιτικές δηµοσκοπήσεις που διενεργούνται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, στο ερώτηµα «Ποιος είναι καταλληλότερος για Πρωθυπουργός;» η απάντηση «Κανένας» υπερκεράζει την προτίµηση προς τον αρχηγό της συµπολίτευσης αλλά και των αντιπολιτευόµενων κοµµάτων. Αναλυτές και σχολιαστές ερµηνεύουν το εύρηµα διττά. ∆ιαπιστώνουν αφενός την ολοένα φθίνουσα εµπιστοσύνη του εκλογικού σώµατος προς τους κοινοβουλευτικούς ταγούς του. 

Εικάζουν, αφετέρου, ότι οι Ελληνες προσµένουν κάποιον σωτήρα, ο οποίος θα πάρει το παιχνίδι επάνω του και θα άρει τις αµαρτίες του πολιτικού κόσµου. Εναν µεσσία; Εναν «Κανένα», πιο σωστά, όπως είχε αυτοσυστηθεί ο Οδυσσέας στον Κύκλωπα Πολύφηµο προτού τον τυφλώσει και απαλλάξει την ανθρωπότητα από την κακοποιό δράση του.

Ιταλία, αρχές της δεκαετίας του ’90. Μια δράκα έντιµων δικαστικών, υποστηριζόµενη από τη λαϊκή αγανάκτηση και µια µερίδα του Τύπου, ξεκινάει την επιχείρηση «Καθαρά χέρια». Το πουλόβερ της διαπλοκής αρχίζει να ξηλώνεται και όσα καθηµερινά σχεδόν αποκαλύπτονται αφήνουν άναυδη την κοινή γνώµη. Ενα δίκτυο, που περιελάµβανε πολιτικούς, µαφιόζους, µασόνους της ακροδεξιάς Στοάς Π2, επιχειρηµατίες και δωροδοκούµενους δικαστές, αποδεικνύεται ότι κυβερνούσε τη χώρα. 

Συλλήψεις προσώπων υπεράνω πάσης υποψίας, αυτοκτονίες αλλά και δολοφονίες που έχουν σκηνοθετηθεί σαν αυτοκτονίες, έρευνες για υπεξαιρεθέντα αστρονοµικά ποσά οι οποίες καταλήγουν στην Ελβετία ή στη Λατινική Αµερική... Μέσα σε µία τριετία, τα πέντε παραδοσιακά κόµµατα που εναλλάσσονταν ή συνασπίζονταν στην ιταλική κυβέρνηση από την επαύριον του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου έχουν κατεβάσει ρολά. Ανάµεσά τους και η χριστιανοδηµοκρατία, η παραδοσιακά πλειοψηφούσα Κεντροδεξιά που είχε την ευλογία του Βατικανού και είχε αναδείξει µείζονες πολιτικές προσωπικότητες όπως ο αδικοχαµένος Αλντο Μόρο. 

Ο Μπετίνο Κράξι, αρχηγός του Σοσιαλιστικού Κόµµατος και πρώην πρωθυπουργός, «αυτοεξορίζεται» στην Τυνησία για να µη φυλακιστεί µε την κατηγορία της διαφθοράς. Η µόνη πολιτική δύναµη που παραµένει σχετικά άσπιλη είναι το Ιταλικό Κοµµουνιστικό Κόµµα – το µεγαλύτερο της ∆υτικής Ευρώπης – το οποίο µε την κατάρρευση του ανατολικού µπλοκ µετεξελίχθηκε σε ∆ηµοκρατικό Κόµµα της Αριστεράς, κόβοντας τους δεσµούς µε τους νοσταλγούς των φιλοσοβιετικών καθεστώτων. 

Τα προγνωστικά για τις εκλογές του 1994 έδιναν άνετη επικράτηση στη ∆ηµοκρατική Αριστερά. Ωσπου, λίγες εβδοµάδες προτού στηθούν οι κάλπες, ένας επιχειρηµατίας από τον Βορρά, που έχει σχετικά πρόσφατα αποκτήσει πανεθνική φήµη αγοράζοντας τη Μίλαν, αποφασίζει, κατά δήλωση του, «να βγει στο γήπεδο». ∆ηµιουργεί εκ του µηδενός το κόµµα Forza Italia (παραφράζοντας ένα ποδοσφαιρικό σύνθηµα), χρίζει πολιτικά στελέχη τους υπαλλήλους των επιχειρήσεών του, συµµαχεί µε την ακροδεξιά Εθνική Συµµαχία και µε την αποσχιστική Λίγκα του Βορρά και κερδίζει τις εκλογές. 

Τον ∆εκέµβριο του 1994 ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι ορκίστηκε για πρώτη φορά πρωθυπουργός. Το 2011 είναι ο µακροβιότερος επικεφαλής ιταλικής κυβέρνησης από την εποχή του Μουσολίνι. 

Στάθηκε ο Μπερλουσκόνι ο Ιταλός «Κανένας»; Αποτέλεσε την απάντηση της Ιστορίας σε ένα πολιτικό σύστηµα που σάπιζε εκ των έσω µέχρι που διαλύθηκε; Μπορούµε, συσχετίζοντας τη σηµερινή Ελλάδα µε την προ εικοσαετίας Ιταλία, να εικάσουµε µια παρόµοια εξέλιξη για τη χώρα µας; 

Η αλήθεια είναι ότι ο «Καβαλιέρε» – όπως του αρέσει να τον αποκαλούν υπενθυµίζοντας έναν τίτλο ιπποσύνης που κάποτε του είχε απονεµηθεί – διαθέτει κοινά χαρακτηριστικά µε αρκετούς ηµεδαπούς επίδοξους σωτήρες. ∆εν αναφέροµαι στα βαµµένα µαλλιά του – στο οικείο κοµοδινί χρώµα της ανδρικής εµµηνόπαυσης –, ούτε στο «σιδερωµένο» πρόσωπό του, το οποίο παραπέµπει λιγότερο σε Ντόριαν Γκρέι και περισσότερο σε Ηλία Ψινάκη. Ο υπερτονισµός της ιδιότητας του αυτοδηµιούργητου – γιος φτωχού τραπεζοϋπαλλήλου, πουλούσε στην εφηβεία του ηλεκτρικές σκούπες για να χρηµατοδοτεί τις σπουδές του – θυµίζει το σύνθηµα του Γιώργου Καρατζαφέρη «Ο γιος, ο ανιψιός ή κάποιος από εσάς;». 

Η νεανική καριέρα του ως τραγουδιστή και κοντραµπασίστα σε συγκρότηµα φέρνει στον νου τη θητεία του Παναγιώτη Ψωµιάδη στη νύχτα της Θεσσαλονίκης. Η απόπειρά του να παραστήσει τον πνευµατικό άνθρωπο ξεπατικώνοντας ανενδοίαστα µια εισαγωγή στην «Ουτοπία» του Τόµας Μουρ από έναν έγκριτο φιλόλογο δεν διαφέρει τόσο από την πρακτική ορισµένων δικών µας να κάνουν καριέρα µε κλεµµένα διδακτορικά ή να αυτοσυστήνονται ως καθηγητές ξένων πανεπιστηµίων, στα οποία έχουν δώσει µε το ζόρι τρεις διαλέξεις. 

Μπορούµε, εξάλλου, να απαριθµήσουµε αρκετούς τηλεοπτικούς αστέρες µας που µπήκαν πλησίστιοι στη Βουλή (αν και ο Μπερλουσκόνι από το να αποκτήσει δική του εκποµπή προτίµησε να στήσει εξαρχής το δικό του κανάλι, για να φτάσει να ελέγχει το 90% της ιταλικής τηλεόρασης, ιδιωτικής και δηµόσιας). Αλλους που ως πρόεδροι ποδοσφαιρικών οµάδων χρησιµοποιούν συστηµατικά τον «λαό» των οπαδών σαν µοχλό πολιτικής πίεσης. ∆εν έλειψαν εξάλλου ούτε από την Ελλάδα οι δηµόσιοι άνδρες που το είχαν βάλει πείσµα να αποδείξουν ότι η γοητεία και το ερωτικό τους σφρίγος ουδόλως επηρεαζόταν από την ηλικία τους... 

Εκείνο που καθιστά τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι µοναδικό φαινόµενο στα χρονικά του ανεπτυγµένου κόσµου (πιο κοντινό σε κάποιους αφρικανούς ή µετασοβιετικούς ηγεµόνες) είναι ότι συγκεντρώνει όλες τις παραπάνω ιδιότητες στο πρόσωπό του και ότι τις προβάλλει ανενδοίαστα εδώ και δεκαετίες. Η δήλωσή του ότι η Ιταλία αποτελεί τόπο ιδανικό για επενδύσεις επειδή διαθέτει τις πιο σέξι δακτυλογράφους δεν είναι διόλου πρόσφατη. Ο ισχυρισµός του ότι γοήτευσε τον πρόεδρο Μιτεράν παίζοντάς του πιάνο ανάγεται στα τέλη των 80s. Και η πεποίθησή του ότι µια χώρα µπορεί να κυβερνηθεί µε το ίδιο «τσαγανό» – τουτέστιν θράσος – µε το οποίο διοικείται µια επιχείρηση, ακροβατώντας στα όρια της νοµιµότητας, διαπερνούσε και τα λόγια και το ύφος του. 

Οι Ιταλοί, µε άλλα λόγια, ήξεραν ακριβώς τι ψήφιζαν όταν ψήφιζαν Μπερλουσκόνι. Ο άνθρωπος που τύπωσε σε 12 εκατοµµύρια αντίτυπα ένα οικογενειακό του άλµπουµ, το τιτλοφόρησε «Εθνική Ιστορία» και το ταχυδρόµησε σε τυχαίους ψηφοφόρους παραµονές των εκλογών προφανώς είχε πιάσει το σφυγµό του «κοινού», όπως συνηθίζει να αποκαλεί τον λαό. Η παρότρυνση σε µια νεαρή χαµηλόµισθη συµβασιούχο να παντρευτεί έναν πλούσιο – γιατί όχι και τον ίδιο του τον γιο; –, αν θέλει να λύσει το οικονοµικό της πρόβληµα, µπορεί να προκάλεσε φρίκη διεθνώς, αλλά από το κοινό του καταχειροκροτήθηκε. 

Ενα κοινό που το αφτί του δεν ιδρώνει από την αθέτηση όλων σχεδόν των προεκλογικών υποσχέσεων, ούτε και µοιάζει να επηρεάζεται από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μπερλουσκόνι, η προσωπική του περιουσία πολλαπλασιάστηκε κατά 15 φορές, φτάνοντας το 2010 στα εννέα δισεκατοµµύρια δολάρια. 

Κινδυνεύουν οι Ελληνες να υποκύψουν σε µια παρόµοια προσωπικότητα, εφόσον εµφανιστεί και προβληθεί δεόντως από τα ΜΜΕ; Θεωρώ πως όχι. Ο λόγος δεν είναι ο πολιτικός µας πολιτισµός και η εν γένει κουλτούρα µας. Η Ιταλία, ίσα ίσα, κοιτίδα της Αναγέννησης, πατρίδα στοχαστών όπως ο Μακιαβέλι και ο Γκράµσι οι οποίοι σφράγισαν τη δυτική σκέψη, θα έπρεπε να διαθέτει πολύ ισχυρότερες αντιστάσεις στον απλοϊκό λόγο και στο κακό γούστο. 

Εκείνο που – κατά την άποψή µου – τελικά σώζει την Ελλάδα από οπερετικές φιγούρες τύπου Μπερλουσκόνι είναι η περιρρέουσα σοβαροφάνειά της. 

Τα ταµπού της. Ως κοινωνία ξεριζωµένων αγροτών και προσφύγων, ανθρώπων που κουβάλησαν από τις χαµένες πατρίδες και από τα χωριά τους στη µεγαλούπολη µιαν επίφαση αυστηρού ήθους και µια νοσταλγία – σχεδόν νεκρόφιλη – προς την παράδοση, ποτέ δεν θα αναδεικνύαµε στα ύπατα αξιώµατα κάποιον µη «καθωσπρέπει». 

Μπορεί ο κοινωνικός µας βίος να βρίθει από ευτράπελες προσωπικότητες. Μπορεί κραυγαλέες περιπτώσεις όπως ο Αδωνις Γεωργιάδης και η Λιάνα Κανέλλη να αποτελούν το αλατοπίπερο της πολιτικής ζωής. Εκείνοι ωστόσο που προορίζονται να ηγηθούν οφείλουν να είναι ατσαλάκωτοι. Με την εξαίρεση του ύστερου Ανδρέα Παπανδρέου (ο οποίος όµως διέθετε τρία φωτοστέφανα, του επαναστάτη, του σοφού οικονοµολόγου και του γιου του πατέρα του), όλοι οι κοινοβουλευτικοί Πρωθυπουργοί της νεότερης Ελλάδας διέθεταν το προσωπείο, αν µη τι άλλο, του ευυπόληπτου νοικοκύρη. 

Ο Κώστας Καραµανλής παντρεύτηκε µε παραδοσιακό γλέντι στην Πρώτη Σερρών για να κερδίσει τους συντηρητικότερους ψηφοφόρους. Ο Γιώργος Παπανδρέου ακούει τα εξ αµάξης όποτε επιδίδεται στα αγαπηµένα του αθλήµατα, τα οποία κοντράρουν µε τον τρόπο ζωής – καναπές, µπίρες και πίτσες – του µέσου Ελληνα. Στην πατρίδα µας, όχι ο «παλιάτσος» Μπερλουσκόνι ή ο πρώην ζεν πρεµιέ Ρόναλντ Ρίγκαν αλλά ούτε καν ο αντικοµφορµιστής Θεόδωρος Πάγκαλος δεν θα είχε ελπίδα να κυβερνήσει, ακόµη και αν κατάπινε όλες τις εµπρηστικές δηλώσεις του. Εδώ ο Στέφανος Μάνος λοιδορήθηκε επειδή επέλεξε ως σήµα του κόµµατός του τον αναπάντεχο κόκκινο ταύρο και όχι κάποιον ήλιο, πυρσό ή σφυροδρέπανο... 

Αν το πολιτικό µας σύστηµα αποσαθρωθεί και οι Ελληνες επιλέξουν κάποιον παράκλητο για να του εµπιστευτούν τις τύχες τους, αυτός δεν θα έχει – εκτιµώ – καµία, επιφανειακά τουλάχιστον, σχέση µε τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Σηµαία του δεν θα είναι η επιχειρηµατική επιτυχία αλλά ο αταλάντευτος πατριωτισµός. Σύνθηµά του η επιστροφή στις ρίζες, σε µια χαρισάµενη εποχή ιδεολογικής καθαρότητας, ανόθευτης από τις περιπλοκές και από τις «ύποπτες» αποχρώσεις του µετανεωτερικού κόσµου. Εγγύηση η µονοκόµµατη ιδιοσυγκρασία του και ο µονότονος λόγος του, που θα ηχεί έντιµος και αντρίκειος. 

Φαντάζοµαι (και τρέµω) έναν τέτοιο «Κανένα». Τον βλέπω να ανακοινώνει αγέλαστος την κάθοδό του στα κοινά, ως επικεφαλής ενός επιτελείου «αρίστων». Να επαγγέλλεται την εξυγίανση από τα λαµόγια αλλά και από οποιονδήποτε φαλτσάρει από τον παραδεδεγµένο τρόπο ζωής. Να «υπερβαίνει» την αντίθεση µεταξύ Αριστεράς και ∆εξιάς ισχυριζόµενος πως η Ελλάδα, στους κρίσιµους καιρούς που διανύει, δεν έχει την πολυτέλεια να διχάζεται. Να υπογραµµίζει το ανάδελφον του έθνους – ή του γένους – µας και να συνωµοσιολογεί για τους εχθρούς που µας απειλούν από Ανατολή και ∆ύση.

Να ζητάει όχι µόνο την ψήφο αλλά και την ενεργή στράτευση των «τίµιων ανθρώπων» για µια νέα παλιγγενεσία. Να συγκροτεί το εικονοστάσι του οικειοποιούµενος ήρωες από όλο το πολιτικό φάσµα και από όλες τις ιστορικές περιόδους: Τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον Ρήγα Φεραίο. Τον Ιώνα ∆ραγούµη και τον Μίκη Θεοδωράκη... 

Ενας τέτοιος Ελληνας «Κανένας» θα απέβαινε εν δυνάµει εξίσου επικίνδυνος µε τον Μπερλουσκόνι, εφόσον θα τον χαρακτήριζε η ίδια απολίτικη αντίληψη της πολιτικής. Η ίδια υπεραπλουστευτική προσέγγιση των προβληµάτων. Αποθεώνοντας τον κοινό νου και το αδαµάντινο ήθος, θα έφερνε τον σηµερινό χαοτικό κόσµο στα µέτρα ενός γηπέδου ποδοσφαίρου ή ενός πεδίου µάχης όπου οι καλοί και οι κακοί ξεχωρίζουν από το χρώµα της στολής τους. Οταν ο Μπερλουσκόνι διόριζε υπουργό έναν πρώην αεροσυνοδό ή ανέθετε την προεδρία της Βουλής σε µια εντελώς άσηµη δηµοσιογράφο, το επικοινωνιακό µήνυµα ήταν σαφές: «Καθένας µπορεί να καταλάβει και να διαπρέψει σε οποιοδήποτε αξίωµα. Αρκεί να είναι στρατευµένος στην ιερή µας προσπάθεια». 

«Υπάρχει», θα διαφωνήσετε, «χαώδης διαφορά ανάµεσα σε έναν διεφθαρµένο επιχειρηµατία που κατεβαίνει στις εκλογές εν µέρει για να αποφύγει την προφυλάκιση και σε έναν τίµιο άνθρωπο ο οποίος αποφασίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην καταρρέουσα Ελλαδίτσα!» Και όµως, ο «Κανένας» – όποιο αξιακό σύστηµα και αν πρεσβεύει, από όσο αγνές προθέσεις και αν εµφορείται – είναι εξαιρετικά επικίνδυνος επειδή αντιλαµβάνεται τον εαυτό του ως σωτήρα. 

Από την ίδρυση της Forza Italia αλλά και νωρίτερα, όταν χάραζε το προφίλ του σε αναµνηστικά χρυσά νοµίσµατα για την επέτειο της Μίλαν, ο Μπερλουσκόνι δεν αισθανόταν ένας µεταξύ ισότιµων εταίρων στο πολιτικοοικονοµικό παιχνίδι. Ενιωθε – και το διακήρυσσε ανενδοίαστα – ότι συνοµιλεί απευθείας µε τα πεπρωµένα της πατρίδας του. Οπως αφήνουν να εννοηθεί τον τελευταίο καιρό για τον εαυτό τους ορισµένοι ηµέτεροι σοφολογιότατοι, που αρθρογραφούν ή δίνουν συνεντεύξεις µηδενίζοντας συλλήβδην τη Μεταπολίτευση και προαναγγέλλοντας – έµµεσα ή άµεσα – το «γύρισµα της σελίδας». 

«Ο Κωνσταντίνος Καραµανλής;», θα αντιτάξετε, «δεν έφτασε από το Παρίσι του 1974 σαν µεσσίας, για να γλιτώσει τη χώρα από το χάος στο οποίο την είχε βυθίσει η χούντα; Ο Ελευθέριος Βενιζέλος; ∆εν εκλήθη από την Κρήτη µετά το κίνηµα στο Γουδί το 1909 για να ξεπλύνει την ντροπή του 1897 και να δώσει στην Ελλάδα τη χαµένη της υπερηφάνεια;». Ο µεν Καραµανλής, καψαλισµένος από το αυταρχικό µετεµφυλιακό πολίτευµα, θέσπισε τους κανόνες της µεταπολιτευτικής δηµοκρατίας και τους ακολούθησε µέχρι τέλους µε ευλάβεια. 

Ο δε Βενιζέλος θυσίασε στον βωµό του σεβασµού στους κανόνες όχι µονάχα την προσωπική του φιλοδοξία αλλά και το εθνικό όραµα: Οταν το 1920 –ηγέτης των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών – ηττήθηκε στις εκλογές, αγνόησε τις προτροπές να συνεχίσει να κυβερνάει δικτατορικά µε τη στήριξη των µεγάλων συµµάχων. Παρέδωσε την εξουσία στους αντιπάλους του, που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή. 

Ο «Κανένας» εµφανίζεται σε ταραγµένους καιρούς, εν µέσω συλλογικής απελπισίας. Τάζει λαγούς µε πετραχήλια, ποζάρει µε το αστραφτερό µεγαλείο ενός σύγχρονου πολυµήχανου Οδυσσέα. Προτού µπήξει όµως το πυρακτωµένο δόρυ στο µάτι του Κύκλωπα, έχει ήδη τυφλώσει τον λαό ή το κοινό που τον ακούει. Εχει τυφλωθεί, ενδεχοµένως, και ο ίδιος...
Πηγή:  ΒΗΜΑΜΕΝ,  24.02.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου