Σελίδες

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Ποιος θα Φέρει τη Μαρί Λεπέν στην Ελλάδα?


(του Νίκου Γεωργιάδη)


Ο Αχμαντιμετζάντ διαθέτει οπαδούς στην Αθήνα οι οποίοι ορκίζονται στο όνομα του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα τον οποίο επικαλείται. Ο Μιλόσεβιτς διέθετε σαφώς περισσότερους οπαδούς στην Αθήνα παρά στο Βελιγράδι. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Μουαμάρ Καντάφι. Περιέργως οι οπαδοί των τριών αυτών ιερών τεράτων του αγώνα κατά των Αμερικανών, του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και της Δύσης γενικότερα είναι οι ίδιοι οι οποίοι τάσσονται κατά του Σχεδίου Ανάν, ανακαλύπτουν τις κρυφές διασυνδέσεις του ΔΟΛ με τη Χούντα, διέπονται από αντισλαβομακεδονικό οίστρο, αποκαλούν τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο πράκτορα της ΜΙΤ, θεωρούν πως η Ρωσία για κάποιους λόγους είναι ο ενδεδειγμένος σύμμαχος της Ελλάδας και εξηγούν την ήττα του Καραμανλή ως μεθόδευση των ιμπεριαλιστών διότι αναβάθμισε τις σχέσεις της Αθήνας με τη Μόσχα. Γι’ αυτούς οι δικτάτορες είναι λαϊκοί αγωνιστές, θύματα του καπιταλισμού. Δεν ενοχλεί ότι δολοφονούν, φυλακίζουν αντιπάλους και θησαυρίζουν στην πλάτη των λαών τους.

Στο όνομα του πατριωτισμού

Αυτοί οι οπαδοί, είτε στην Ελλάδα είτε στην Κύπρο, βρίσκονται σε όλες τις δεξαμενές ψηφοφόρων. Στο ΠΑΣΟΚ συγκροτούσαν ισχυρό πυρήνα και ενεργούσαν κάποτε  εντός του πλαισίου της ελληνοσερβικής φιλίας και του αντισκοπιανού μετώπου. Ήταν εκείνοι οι οποίοι ως εκπρόσωποι του αντρεϊκού ΠΑΣΟΚ τάσσονταν με τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο πίνοντας τον καφέ τους στο γνωστό στέκι της Μηλιώνη. Οι άλλοι καραδοκούσαν χαιρέκακα εντός της βαθιάς Νέας Δημοκρατίας και στο παρακλάδι της …την Πολιτική Άνοιξη. Αργότερα μετακόμισαν μαζικά και στελέχωσαν την προεδρική ομάδα του Αντώνη Σαμαρά. Ήταν αυτοί, οι πατριώτες, οι οποίοι, μαζί με τους Πασόκους, διέπραξαν το έγκλημα με τη μεθοδευμένη έλευση του Οτζαλάν στην Ελλάδα. Ο ένας από αυτούς βολτάριζε ανενόχλητος στους διαδρόμους του ΥΠΕΞ ελέω Πάγκαλου, μάλιστα Πάγκαλου. Ήταν εκείνος που διέπραξε τη μεγαλύτερη προβοκάτσια της Μεταπολίτευσης και έφερε στο Ελληνικό τον αρχηγό του PKK γνωρίζοντας άριστα τις επιπτώσεις των ενεργειών του.

Πολλοί από τους οπαδούς αυτούς εντάχθηκαν στην ακροδεξιά, όπως ένας σημερινός βουλευτής, νεοδημοκράτης γαρ, όστις τσακώθηκε προ πολλών ετών με τον Γιώργο Παπανδρέου, υπουργό Eξωτερικών τότε. Αιτία …ένα απόρρητο έγγραφο. Αντιτάχτηκε το Υπουργείο Άμυνας και ο Άκης Τσοχατζόπουλος, εκτέθηκε ο διπλωμάτης με βαθμό πρέσβη τότε. Είχε ομολογουμένως συντάξει μία από τις καλύτερες αναλύσεις για την Τουρκία έχοντας αντιληφθεί το ρόλο του Ερντογάν. Το καλό να λέγεται. Τη «ζημιά» την έκανε ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύοντας το απόρρητο έγγραφο του πρέσβη. Στο ΥΠΕΞ τότε υπήρχε μία συγκροτημένη ομάδα που ορκιζόταν στο όνομα του Μιλόσεβιτς και αντιλαμβανόταν την εξωτερική πολιτική ως ακολουθία συνωμοσιών και ίντριγκας. Αυτή η ομάδα «ανδρώθηκε» γύρω από τον Κ. Μητσοτάκη, εκείνη την αποφράδα τριετία. Κάποιοι από αυτούς στελεχώνουν σήμερα τις παραφυάδες των «πατριωτικών ομάδων παρέμβασης». Είναι γραφικοί αλλά και φανατικοί. Εργάζονται υπογείως και μεθοδευμένα. Πρωτοστάτησαν στην απόρριψη του Σχεδίου Ανάν με στημένες δίκες στην Κύπρο κατά δημοσιογράφων και πολιτικών οι οποίοι τάσσονταν υπέρ του σχεδίου. 

Η ΕΟΚΑ Β΄ ξαναξυπνά  

Είναι οι ίδιοι κύκλοι που «αποκάλυψαν» δήθεν ένα ανυπόγραφο και αδιαβάθμητο έγγραφο που συνέταξε η ΚΥΠ το 1974 και το παρέδωσε στον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Καραμανλής το έδωσε στον Μακάριο και αυτός γέλασε με την ψυχή του. Αυτό το κυπατζίδικο έγγραφο επικαλέστηκε ο περίφημος βουλευτής του ΔΗΚΟ στην Κύπρο για να εμπλέξει το μακαρίτη τον Χρήστο Λαμπράκη στο πραξικόπημα του Νίκου Σαμσών. «Σε κανονικές συνθήκες θα ήταν ένας παλιάτσος. Σήμερα είναι βουλευτής» επισήμαινε με νόημα γνωστό στέλεχος του ΑΚΕΛ σε κατ’ ιδίαν συνομιλία με δημοσιογράφους. Προσέξτε. Αυτοί οι «πατριώτες» δεν ασχολούνται με το εάν οι «αποκαλύψεις» τους είναι αληθείς ή χαλκευμένες. Τους ενδιαφέρει μόνο ο αποπροσανατολισμός. Ούτε τους ενδιαφέρει εάν αντιμετωπίζονται ως γραφικοί. Τη δουλειά τους να κάνουν. Γιατί όμως ενέπλεξαν έναν Έλληνα εκδότη στη μεγαλύτερη εθνική προδοσία της μεταπολεμικής Ελλάδας; Το γρίφο αυτό φαίνεται πως λύνει ο Μακάριος Δρουσιώτης, ο άριστος συνάδελφος από τη Λευκωσία, ο οποίος αποκαλύπτει με δημοσίευμά του στην εφημερίδα «Πολίτης» ένα παρασκήνιο στο οποίο συμμετείχαν κοινοβουλευτικοί και εξωκοινοβουλευτικοί κύκλοι της Κύπρου. Δεκαετίες μετά το πραξικόπημα και την εισβολή της Τουρκίας επιχειρείται να παρουσιαστεί η υπόθεση ανατροπής του Μακάριου ως προϊόν «ευρύτερης αποδοχής». Το μίσος της ΕΟΚΑ Β΄ κατά του Μακάριου καταλήγει στην ολική επαναφορά του «σκύλου της ΕΣΑ». 
 
Ο αχταρμάς 

Σε αυτό τον αχταρμά βυθίζεται όλο και περισσότερο η χώρα. Στην κουστωδία των πατριωτών-λαϊκιστών του ΠΑΣΟΚ και της Λαϊκής Δεξιάς σύρθηκαν σιγά σιγά καταρχήν το ΚΚΕ και στη συνέχεια ο ΣΥΡΙΖΑ. Ως περισσότερο «εκπαιδευμένοι» κατάφεραν να ελέγξουν το παιχνίδι. Σε αυτό το  παιχνίδι και η περίφημη και κατά κοινή ομολογία γραφικότατη «Σπίθα». Το μνημόνιο τους προσέφερε την τέλεια κάλυψη και το απόλυτο άλλοθι. Έκτοτε ξεσπάθωσαν. Οτζαλάν, Ανάν, μνημόνιο, ιμπεριαλιστές, Μιλόσεβιτς και Καντάφι συνιστούν τον ιδεολογικό χυλό που διαθέτουν στον εγκέφαλό τους. Από τους «πατριώτες» του ΠΑΣΟΚ έως τον Παπαθεμελή και από την ακροδεξιά του Σαμαρά έως τον Αλαβάνο, μέσω συνδικαλιστών, επαγγελματιών του λαϊκισμού, γηραλέων κομμουνιστών του Περισσού και φλύαρων «τεμπέληδων της εύφορης κοιλάδας» της
Κουμουνδούρου.


Η όποια σκέψη για αλλαγή στην Παιδεία ή την Υγεία, ακόμη και η υγιέστερη κατά το δυνατόν προσέγγιση των προβλημάτων, προσκρούει στον κλοιό της «πατριωτικής φάλαγγας» από τους ακροαριστεριστές έως τους γραφικούς υπερδεξιούς του ΛΑΟΣ. Στη μέση έχουν στήσει χορό οι συνδικαλιστές. Σοβαροί εκπαιδευτικοί, έντιμοι γιατροί, σωστοί άνθρωποι παγιδεύτηκαν ανάμεσα από τον τρόμο μπροστά στην επερχόμενη ανέχεια και τη συνολική απόρριψη την ιδέας περί απώλειας κεκτημένων. Όχι, δεν ζουν σε άλλον πλανήτη οι εφοριακοί οι οποίοι έχουν κηρύξει άτυπη λευκή απεργία. Ούτε οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι δεν συζητούν ούτε καν τη στοιχειώδη  μετακίνηση από το τερατώδες δημιούργημα που οικοδόμησαν τα συνδικαλιστικά τους όργανα σε συνεργασία με το κράτος τις πρόσφατες δεκαετίες. Ούτε οι γιατροί του ΙΚΑ, οι συνδημιουργοί αυτού του απόλυτου αίσχους,  της δομημένης απομύζησης  των ταμείων των  εργαζομένων, ζουν σε άλλον πλανήτη, ούτε οι φαρμακοποιοί. Με επίκεντρο το μνημόνιο και άξονα την «ελληνικότητα του μπουρδέλου που συνδημιούργησαν» μετά των κομμάτων εξουσίας και των αριστερών παραφυάδων  της παραεξουσίας, έχουν υψώσει το τείχος της απόρριψης. Σε αυτή την «οικοδομή» μπορεί κανείς να ακούσει τις ίδιες σχεδόν κουβέντες από ένα συνδικαλιστή του ΣΥΡΙΖΑ ή ένα βουλευτή του ΛΑΟΣ. Όλα αυτά έχουν ημερομηνία λήξης. Η ημερομηνία αυτή έχει να κάνει με  την Κυριακή εκείνη των εκλογών όπου μία αντίστοιχη Μαρί Λεπέν θα καταγοητεύσει το Περιστέρι και το Μπουρνάζι και θα σαρώσει με το ακροδεξιό της χαμόγελο τη Β΄ Αθηνών. Τότε οι «τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας» θα λουφάξουν, αλλά θα είναι αργά. 

Πηγή:  Athens Voice, 30.03.2011

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Ελληνικά Σχολεία 2011


Τα άδεια βαρέλια κάνουν πάντα πολύ θόρυβο

 
(Του Αντρέα Ζαμπούκα)

Η αβάσταχτη  ελαφρότητα  των  νέων ανακοινώσεων  της  Υπουργού Παιδείας για  το  Νέο Λύκειο.
 “ Χρειαζόμαστε  ένα Λύκειο  δημιουργικό και  ελεύθερο. Για να μπαίνουν οι νέοι  πλούσιοι και  σπάταλοι  από τη  φύση  τους  και  μη  βγαίνουν  κακομοίρηδες  κι ανήμποροι  από  τα  λάθη  τους.  Ας  σταματήσουν  κάποτε  οι  Υπουργοί  να ανακοινώνουν  « αλλαγές». Δεν  υπάρχουν  ανακοινώσιμες αλλαγές  που  μπορούν ν΄ αλλάξουν τον κόσμο. Οι μεγάλες ανατροπές έρχονται  σ΄ αυτό που  ζούμε καθημερινά  στην τάξη, στο πως  διαβάζουμε ένα κείμενο, το οποιοδήποτε κείμενο, στο  πώς κοιτάμε  το  συμμαθητή μας, στο πως αγαπάμε το  δάσκαλο η το  μαθητή μας, στο  πώς  ονειρευόμαστε  την αυριανή μέρα  στο σχολείο και στη ζωή μας. Και  κάτι  τελευταίο, αφιερωμένο  σε  μαθητές, γονείς και  δασκάλους :  ‎"Να αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Άμα δε σωθεί εγώ θα φταίω". Ν. Καζαντζάκης.”

Δεν χρειάζεται  κανείς  να  μπει  στη  διαδικασία  αξιολόγησης  των  νέων  εξαγγελιών της κυρίας Διαμαντοπούλου  για  το  Λύκειο  . Αν θα  υπάρξει  ποιοτικό  αποτέλεσμα  θα  φανεί  στην πράξη,  όταν περάσει  ο καιρός κι αλλάξει ο  ρυθμός της  λειτουργίας του σχολείου. Εγώ θα  προσπαθήσω απλά και  επιγραμματικά  να  διαπιστώσω  κάποια σημαντικά  σημεία  , πρώτον, στην  τακτική  του  Υπουργείου και δεύτερον, στη  βασική λειτουργία  του  Λυκείου, ανεξάρτητα  από  μέτρα  και  αλλαγές που γίνονται εδώ και τρείς δεκαετίες.

Η τακτική  του  Υπουργείου

 H  φιλοσοφία  της  εξουσίας είναι  πάντα  η  ίδια κι απαράλλαχτη, σχέδια  ,  ανακοινώσεις ,  στη  συνέχεια  φοβερός  θόρυβος  από τα  ΜΜΕ  και στο  τέλος  συγκρούσεις  μεταξύ εμπλεκόμενων παραγόντων όπως είναι  οι  καθηγητές, οι γονείς και οι μαθητές. Το  αποτέλεσμα , βέβαια, είναι  πάντα  το  ίδιο, ένα απόλυτο τίποτα! Εγώ , προσωπικά , από τότε που τέλειωσα το σχολείο το 1987  έζησα από  κοντά , περίπου, πέντε «θεωρητικές» αλλαγές στο Λύκειο με  βαρύγδουπες ανακοινώσεις  Υπουργών. \Με μεγάλη  σιγουριά, διαβεβαιώνω ότι  δεν  άλλαξε  τίποτα  , τίποτα απολύτως!
Παρατηρήσεις, σχετικά με το  Λαικισμό του Υπουργείου.
  • Αν ήθελε  το  Υπουργείο  να κάνει  αλλαγές  θα  μπορούσε  να  τις  κάνει σταδιακά και  χωρίς να τις ανακοινώσει  με τεράστιο θόρυβο  για  προβολή στα ΜΜΕ.
  • Οποιαδήποτε  αλλαγή  , όπως για  παράδειγμα  η ερευνητική εργασία, δεν χρειάζεται  να παρουσιάζεται  ως  μεγάλη επινόηση των ειδικών . Απλά  θα  μπορούσε να σταλεί  εγκύκλιος στα σχολεία  και  να ενταχθεί στο ωρολόγιο πρόγραμμα και  στην αξιολόγηση χωρίς τυμπανοκρουσίες.
  • Όταν η Υπουργός και  ιδιαίτερα  η  Υφυπουργός κα. Χριστοφιλοπούλου αναφέρεται στον περιορισμό  του Φροντιστηρίου, καταλαβαίνει κάποιος ότι λέει  πράγματα που ούτε η ίδια   πιστεύει. Το κάνει  όμως  επειδή θέλει  να  «χαιδέψει» τα αυτιά  των γονέων. Το  Φροντιστήριο  δεν  έχει  σχέση  με αλλαγές  και  μαθήματα  στο  Λύκειο αλλά  με την  αδυναμία  του  κράτους  να  πείσει  για  την αξιοπιστία  και  το  κύρος  του. Ακόμα  πώς  είναι  δυνατόν  να  αναφέρεται  απαξιωτικά  για  έναν  θεσμό  που  εδώ και  σαράντα  χρόνια λειτουργεί  και απασχολεί  πάνω  από  150.000  ανθρώπους; Στα Φροντιστήρια , δηλαδή  δεν εργάζονται  Έλληνες  αλλά  ξένοι; Δεν ανήκουν τα  Φροντιστήρια  στο  Υπουργείο  Παιδείας;
  • Για  άλλη μία  φορά  η κα. Διαμαντοπούλου  δίνει  τόσο μεγάλη σημασία  στα  μαθήματα  και  τις  ώρες θεωρώντας δεδομένο  ότι  οι  καθηγητές  είναι  σε θέση  να τα  πραγματοποιήσουν. Έχει  παρακολουθήσει  μάθημα  σε τάξη να  δει  τι  γίνεται; Κάποιος πρέπει να της πει ότι  σε αρκετές περιπτώσεις  οι καθηγητές δεν  ασχολούνται  με  το  μάθημα  αλλά  αγωνίζονται  απλά να επιβάλουν την τάξη. Ποιο σύστημα και  ποια  μαθήματα  θα  το διορθώσουν αυτό;
Η  λειτουργία  του  Λυκείου

Μαθητές , γονείς και καθηγητές  βιώνουν  ένα  «σουρεαλιστικό πλαίσιο»  , μια τρελή κατάσταση  που  οδηγεί  στη  βαθμοθηρία, στο  χάσιμο  πολύτιμου  χρόνου, ειδικά για την εφηβεία των νέων, και  τελικά  στην αδιαφορία  και  την αλλοτρίωση. Για  σκεφτείτε, πόσες  ώρες  άχρηστων  γνώσεων  στη σχολική τάξη, πόση  τυποποιημένη εξάσκηση  στο  Φροντιστήριο , πόσος πανικός  στο  σπίτι  για τη  βαθμοθηρία, καταστρέφουν την προσωπικότητα  του  μαθητή  και  τον  κάνουν απάνθρωπο  και  σχεδόν ανήθικο. Επίσης  η  έλλειψη πειθαρχίας  σε συνδυασμό  με  την κουλτούρα του  γηπέδου  στη συμπεριφορά  των  μαθητών, δημιουργεί ένα κλίμα  αδιαφορίας απ΄ όλους ,χωρίς στο τέλος κανείς να  είναι ευχαριστημένος για τίποτα.

Παρατηρήσεις  σχετικά  με  τη  λειτουργία  του  Λυκείου.
  • Τα  σχολεία  πρέπει  να αυτονομηθούν   και  να περάσουν  εξολοκλήρου  στη δικαιοδοσία  των  Δήμων. Έτσι  θα  συνδεθούν άμεσα  με τη τοπική κοινωνία  και  θα  εξυπηρετήσουν  τις  ανάγκες της.  Mαθήματα  επιχειρηματικότητας, θεατρικής, διατροφικής, περιβαλλοντικής  αγωγής,  καινοτομίες , αθλητισμός διάφορες δράσεις θα μπορούν  να εκπονούνται  από  τον  υπεύθυνο παιδείας του  κάθε Δήμου σε  συνεργασία  με τους διευθυντές των σχολείων. Κι  αν κανείς αναρωτηθεί για την ποιότητα του προσώπου  που  αναλαμβάνει  τα εκπαιδευτικά του Δήμου, έχω να του πω ότι ,εκ των πραγμάτων , όταν δοθούν τόσο μεγάλες αρμοδιότητες, ο Δήμαρχος θα αναγκάζεται να διορίζει Αντιδήμαρχο Παιδείας  έναν ικανό πνευματικό άνθρωπο  που  δεν  θα  τον  εκθέσει  στο Υπουργείο και στους ψηφοφόρους του.
  • Ο  Διευθυντής  του  κάθε  Λυκείου έχει την μεγαλύτερη ευθύνη στη διαμόρφωση  του προγράμματος  αλλά  παράλληλα  πρέπει  να αξιολογείται  , αυτός  και  το  σχολείο του, για  τις επιδόσεις  τους , όχι τόσο στις Πανελλαδικές εξετάσεις αλλά σε διάφορες καινοτόμες δράσεις.
  • Οι  καθηγητές χρειάζονται επιμόρφωση και  αυστηρή  αξιολόγηση  για  ν΄ αρχίσουν οι ίδιοι να σέβονται τον εαυτό τους. Δεν είναι δυνατόν να κάνουν ορθογραφικά λάθη, να δίνουν μαυρισμένες φωτοτυπίες στους  μαθητές τους, να μην μπορούν να διδάξουν κατεύθυνση  ή  να διακατέχονται  από σύνδρομα  του  παρελθόντος.
  • Μάλλον είναι  απαραίτητο να αρθεί η μονιμότητα  των  εκπαιδευτικών. Είναι  σαφές ότι  το  σχολείο  δεν είναι  χώρος  για  επαγγελματική  ασφάλεια  κάποιων συντηρητικών ανθρωπάκων που δεν κάνουν τίποτα  για  να μην εκτεθούν.
  • Οι  γονείς   οφείλουν να  συμμετέχουν ενεργά   στη  λειτουργία  της  σχολικής  μονάδας, όχι  για  να τη  «λένε» στους  καθηγητές αλλά για να  προσφέρουν  δημιουργικά  στο  αυτόνομο  σχεδιασμό  που  κάθε  σχολείο  θα εκπονεί, ξεχωριστά από τα  άλλα  και  ανεξάρτητα  από το  Υπουργείο , κάθε χρόνο.
  • Οι  μαθητές , είναι  απαραίτητο,  να  ενταχθούν σ΄ ένα πλαίσιο  πειθαρχίας  που  θα  τους εξασφαλίσει  κυρίως  αυτοσεβασμό  αλλά και  συνεργασία  με τους άλλους. Άλλο  είναι  αυταρχισμός κι άλλο πειθαρχία. 
  • Το  Υπουργείο  Παιδείας, αποτελεί  επιτακτική ανάγκη, να  σταματήσει  να κατευθύνει τα  προγράμματα  των  σχολείων! Μόνο έλεγχο μπορεί να ασκεί. Πρέπει  να  εμπιστευθεί  περισσότερο  αξιόλογους  ανθρώπους  που θα  τα διευθύνουν  οι ίδιοι  μαζί με τις  τοπικές κοινωνίες . Τι να τα κάνουμε τα  προγράμματα  και  τα  μαθήματα   αφού  έχουμε  ξενερώσει  όλοι  με  τις  αποτυχημένες  προσπάθειες τόσων χρόνων!
Συμπέρασμα : Χρειαζόμαστε  ένα Λύκειο  δημιουργικό και  ελεύθερο. Για να μπαίνουν οι νέοι  πλούσιοι και  σπάταλοι  από τη  φύση  τους  και  να μη  βγαίνουν  κακομοίρηδες  κι ανήμποροι  από  τα  λάθη  τους.  Ας  σταματήσουν  κάποτε  οι  Υπουργοί  να ανακοινώνουν  « αλλαγές». Δεν  υπάρχουν  ανακοινώσιμες αλλαγές  που  μπορούν ν΄ αλλάξουν τον κόσμο. Οι μεγάλες ανατροπές έρχονται  σ΄ αυτό που  ζούμε καθημερινά  στην τάξη, στο πως  διαβάζουμε ένα κείμενο, το οποιοδήποτε κείμενο, στο  πώς κοιτάμε  το  συμμαθητή μας, στο πως αγαπάμε το  δάσκαλο η το  μαθητή μας, στο  πώς  ονειρευόμαστε  την αυριανή μέρα  στο σχολείο και στη ζωή μας.

Και  κάτι  τελευταίο, αφιερωμένο  σε  μαθητές, γονείς και  δασκάλους :  "Να αγαπάς την ευθύνη.Να λες: Εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Άμα δε σωθεί εγώ θα φταίω". Ν. Καζαντζάκης

(Δημοσίευση για το www.greek-articles.blogspot.com)

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Το Ελληνικό Κράτος σκοτώνει τους Πολίτες του

Το Κράτος σε σκοτώνει!


(του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου)


Tα κανάλια και οι εκδότες που έχουν λόγους να καλλωπίζουν την κυβέρνηση (δυο πουτάνες κάθονται αντικριστά κι η μία βάφει την άλλη) παρουσιάζουν τις πρόσφατες κινήσεις περίπου ως αναγέννηση εκ της τέφρας μας. Μιλούν για νέο Κράτος Δικαίου και επιτέλους, βρε παιδί μου, ευρωπαϊκής τάξεως. Κάπου που μπορείς να πας να γαμήσεις και να γαμηθείς σαν κύριος (όχι οι παλιές γυφτιές, που όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε!).

Εγώ πιστεύω ότι αυτό το Κράτος είναι το εγκληματικότερο που είχαμε ποτέ. Το πιο υποκριτικό. Το πιο ξεπουλημένο. Το πιο χρεοκοπημένο. Γιατί ούτε δίκαιο και δημοκρατικό και ισόνομο είναι - ούτε το παλιό γλυκό μπουρδέλο που άφηνε και τον φτωχό πλαγίως να χαρεί. Πλαγίως, ναι. Αλλά μήπως ποτέ οι λεωφόροι ήταν ανοιχτές για τους εξωφυλαρούχες; Εκεί πάντα η Λάτση, ο Μπόμπολας και ο Βαρδινογιάννης τρέχουν με τις αυτοκινητάρες τους - συνθλίβοντας όποιον δεν τους μοιάζει. Και το Κράτος, δεκαετίες, αιώνες τώρα, με τέτοιες προσωπικότητες παντρεύεται και κάνει παιδιά, η γλυκιά ευωχία μεταξύ κατεργαρέων, χέρια που αλληλονίβονται - γλίτσα ουρανομήκης.

Πριν από την Επιχείρηση Αρετή, ο απλός άνθρωπος, εξοστρακισμένος στην ίδια του τη χώρα, πεταγμένος σαν σκυλί από το άνομο ντινέ, προδομένος, εξαπατημένος, συντεθλιμμένος μεταξύ ανάγκης και διάψευσης, κοίταζε να μπαλωθεί. Με τον τρόπο του Καραγκιόζη και του σιορ Διονύσιου. Κολακεύοντας. Ζητώντας χατίρια και ρουσφέτια. Χρησιμοποιώντας τα κόμματα σαν μασονία της ενορίας του. Αναγκάστηκε και έγινε καταφερτζής. Ψευταράκος. Γατόνι. Γιατί δεν είχε παιδεία. Και γιατί δεν υπήρχε κανείς να του δώσει παράδειγμα αξιοπρέπειας. Μήπως υπήρξαν ποτέ αληθινά σχολειά; Μήπως υπήρξαν ποτέ αληθινοί δημόσιοι άντρες; Παντού ανθρωπάκια, βλακώδης πολιτικοποίηση και ημιμάθεια. Τον κυβερνούν εσαεί νάνοι. Κλέφτες. Και ψεύτες. Και το μόνο που απέμενε για να στηρίζει τη ραχοκοκαλιά του (η μνήμη του απλού, αξιοπρεπούς πατέρα του, η ψυχωμένη μάνα του στο νησί, η εντιμότητα των παλιών, φτωχών ανθρώπων) ξέφτισε κι αυτό στο χύμα της μεγάλης πόλης, της ζαλισμένης νέας κοινωνίας που αλλού πατεί κι αλλού βρίσκεται - παραδομένη στο αχανές βιζιτάδικο της ιδιωτικής τηλεόρασης. Χάθηκε κι αυτός στον πολτό - διπλά εξαπατημένος.

Και τώρα έρχεται αυτή η στιγμή του Εθνικού Ξεβρακώματος. Που το αιώνιο κορόιδο καλείται πάλι να πληρώσει τα σπασμένα. Μόνο που ο λογαριασμός αυτήν τη φορά είναι αβάσταχτος. Ενώ οι πρωτεργάτες της κλοπής, τα παλιόπαιδα τα ατίθασα κυκλοφορούν ακόμα στα ακριβά εστιατόρια, τα Παρίσια και το Σεν Μπαρθ και ούτε ένας δεν έχει τιμωρηθεί - έστω για τα μάτια του κόσμου. Ούτε ένας. Και ούτε μια περιουσία δεν έχει δημευθεί. Λες και τα κλεμμένα ανελήφθησαν στον ουρανό σαν την ωραία Ρεμέδιος. Και έχει το θράσος ο απαράδεκτος και επικίνδυνος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης να λέει στον φτωχό άνθρωπο ότι μαζί φάγανε τα λεφτά! Λες και μοιράστηκε ο υπουργός Αμύνης με τον Μήτσο το γερμένο υποβρύχιο. Λες και συμμετείχε στα ντιλ της Ολυμπιάδας, στο ντιλ του αεροδρομίου και στο ατέρμονο έγκλημα των απευθείας αναθέσεων η κυρα-Γεθσημανή. Ισοφαρίζει τους εθνικούς προδότες με τον κακομοίρη που ζήτησε ένα ρουσφέτι - εάν αυτό δεν είναι ελεεινή στρεψοδικία, τι είναι;

Και, βεβαίως, στα υψηλά κλιμάκια της κοινωνίας το πάρτι βοά αέναο. Αν και θα έπρεπε κάποιος να σταθεί στο κέντρο της γιορτής και να ρωτήσει τους εθνικούς «ευεργέτες» μας και τις λαμπρότατες σακαράκες που έχουν για συζύγους.
-Γιατί εσύ, γυναίκα που θεωρείσαι μανούλα των εθνών, δεν δίνεις τη μισή περιουσία σου για να σωθεί το κράτος που σ’ έκανε από κομμώτρια θεά; Πάλι ζάπλουτη θα είσαι!
-Γιατί εσύ, αγέρωχη βασίλισσα του γκλάμουρ, δεν πληρώνεις τουλάχιστον το μπάτζετ που διπλασίασες στην Ολυμπιάδα για να κάνεις το κομμάτι σου;
-Γιατί εσείς, που από τα δημόσια έργα αυτού του Κράτους γίνατε μεγιστάνες, δεν δίνετε το 20% της περιουσίας σας, έστω για να μην ψοφήσει ο καλός πελάτης σας και αύριο να του τα ξαναφάτε πάλι;

Διότι δεν είναι μόνο το επιχειρηματικό δαιμόνιο που έκανε τόσο πλούσιους τους πλούσιους Έλληνες. Είναι κυρίως η διαπλοκή τους με το Κράτος. Τα δείπνα στο Abreuvoir με τις κοιλάρες σε κοινή θέα - ξεδιάντροπα, ανενδοίαστα. Κι από κοντά, οι ελεεινοί μεγαλοδημοσιογράφοι της γενιάς μου, φιλιππινέζες επιχειρηματιών που αισθάνονται επιτυχημένοι επειδή μιλούν με τους υπουργούς on a first name basis.

Αλλά δεν περίμενα ποτέ από τους πλούσιους να θυσιαστούν για την εθνική ιδέα - πάνε αυτά. Κάποιος πολιτικός με εντιμότητα περίμενα να το κάνει. Γι’ αυτό στρέφομαι εκεί που πρέπει και ρωτώ:
Γιατί ο Αη-Γιώργης Παπανδρέου δεν έχει λάβει έστω ΕΝΑ επαχθές μέτρο εναντίον των υπερπλούσιων – ακόμα και δήμευση μέρους της περιουσίας τους; Γιατί βγάζει όλη τη χειρουργική του δεινότητα στο να κόβει το λαρύγγι των αδυνάτων; Σε ποιο ακραίο σημείο πρέπει να φτάσει η χώρα για να κάνει ένας τολμηρός άντρας μια τολμηρή πράξη; Ένας δίκαιος πολιτικός μια δίκαιη πολιτική;

Αντ’ αυτού, οι τελευταίοι του τροχού ρίχνονται στα λιοντάρια. Με συνοπτικές διαδικασίες. Και μετά οι κυρίες με τα μπότοξ θα βλέπουν στην τηλεόραση την Αθήνα να καίγεται και θα απορούν.
Πείτε μου, όμως: τι άλλο απομένει στον απλό, ξεζουμισμένο άνθρωπο από το να κάψει το σύστημα που τον τελείωσε; Δεν έχει πια να χάσει τίποτα. Του τα πήραν όλα. Ακόμα και τα επιβιωτικά κολπάκια του φτωχοδιάβολου. Το Κράτος δημιουργεί έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνει, τον Δήμιό του. Τον πυρήνα της φωτιάς που θα το κάψει. Απλά μαθηματικά.

Οι παλιές αδικίες μεγαλώνουν. Οι απελπισμένοι απελπίζονται πιο πολύ. Και η μανούλα των media Mαριάννα Βαρδινογιάννη σκέφτεται τι να βάλει απόψε - μήπως το έξωμο;


Πηγή:  LIFO, 23.03.2011

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Σωκράτης Μάλαμας - Βιογραφική Συνέντευξη



> Γεννήθηκα το 1957 στη Συκιά Χαλκιδικής, στο τέρμα της Σιθωνίας. Ένα πανέμορφο χωριό με 5.000 κατοίκους χτισμένο πάνω στο τελείωμα ενός βουνού. Ήταν ένα μυθικό μέρος με παλιά σπίτια, αρχοντικά, διώροφα, τριώροφα και πέτρινα με ξύλινες βεράντες. Είχε ένα χρώμα ακαθόριστο, όσον αφορά τον χρόνο. Όταν βλέπω το χωριό μου, μου έρχεται στο μυαλό το 300 μ.Χ. Κάπως έτσι φαντάζομαι ότι θα ήταν οι κωμοπόλεις τότε στην επαρχία.

> Οι γονείς μου ήταν αγρότες. Ο πατέρας μου ήταν περιστασιακά και ξυλοκόπος. Έκοβε και κατέβαζε πεύκα από τα ψηλά του βουνού με μουλάρια και άλογα. Έβγαζε ένα μεροκάματο της τάξης των 5 δραχμών. Σκέψου ότι με 5 δραχμές τότε αγόραζες 2 κονσέρβες Swan.

> Όταν ήμουν πέντε ετών οι γονείς μου αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στη Γερμανία, στη Στουτγάρδη. Η πρώτη εικόνα που αντίκρισα εκεί ήταν αρρωστημένη για ένα παιδάκι στην ηλικία μου. Ήταν σαν να ζωντανεύουν οι εφιάλτες που βλέπεις στα όνειρά σου. Ξαφνικά, από εκεί που ήμουν ένα με τη γη, βρέθηκα μέσα από ένα ταξίδι 45 ωρών με το τρένο στην καρδιά της βιομηχανικής Ευρώπης, ανάμεσα σε υψικαμίνους και ένα μολυσμένο ποτάμι με μαούνες να μεταφέρουν κάρβουνα από το πουθενά στο πουθενά. Μέναμε σε ένα διαμέρισμα μαζί με άλλες τρεις οικογένειες Ελλήνων, κάθε οικογένεια σε ένα δωμάτιο. Γρήγορα αρρώστησα βαριά για περίπου έναν χρόνο. Ο  οργανισμός μου δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στο κλίμα.

> Στα 12 επιστρέφω στην Ελλάδα και κάνω τις δυο πρώτες τάξεις του γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη, όπου έμενε η αδερφή μου. Στη Γ' Γυμνασίου πήγα σχολείο στον Άγιο Νικόλαo Χαλκιδικής. Ήμουν απείθαρχος μαθητής, άλλαζα συνέχεια σχολεία, έκανα αηδίες μέχρι που με έδιωξαν από όλα τα γυμνάσια της χώρας. Ευτυχώς, βρέθηκε μια θαυμάσια γυναίκα στο συμβούλιο των καθηγητών, στο γυμνάσιο του Αγίου Νικολάου, με υπερασπίστηκε και με ξαναπήραν την επόμενη χρονιά.

> Όταν τελείωσα το σχολείο ξαναγύρισα στη Γερμανία. Θεωρούσα ότι ήταν μια νέα διέξοδος για μένα. Μπήκα κατευθείαν στο προκαταρκτικό εξάμηνο για ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος και έκατσα εκεί δυόμισι χρόνια, συνεχίζοντας παράλληλα τις μουσικές σπουδές που είχα ξεκινήσει στη Θεσσαλονίκη. Δεν με έπειθε, όμως, καθόλου το πανεπιστημιακό θέμα. Εγώ έπαιζα μουσική από μικρός. Δεν είχα βλέψεις να κάνω κάτι σπουδαίο. Μου άρεσε να διαβάζω αυτά που ήθελα εγώ, να βλέπω πίνακες ζωγραφικής, να παρακολουθώ θέατρο όταν είχα τη δυνατότητα. Μου άρεσε να μελετώ ποίηση. Στα 13 μου διάβαζα τον Τοίχο του Σαρτρ - φαντάσου πόσο μπορεί να δηλητηριαστεί ένα παιδί από τέτοια αναγνώσματα. Διάβαζα Ρεμπώ, Μπωντλαίρ, θεατρικά, τη Δίκη του Κάφκα. Συγκλονιστικά αναγνώσματα. Βέβαια, έπεφτα μέσα σε ένα λαβυρινθώδες εσωτερικό περιβάλλον και πολλές φορές περνούσα μέρες ολόκληρες σε σιωπή. Σταματούσα να μιλώ, δεν επικοινωνούσα με το περιβάλλον και στο σχολείο αισθανόμουν ξένος. Ίσως ένιωθα και μια εσωτερική έπαρση. Μια υποκριτική ιδιότητα του ανθρώπου να ενστερνίζεται το εξωτερικό δράμα και να το κάνει δικό του.

> Εκείνη την εποχή στη Γερμανία άκουγα όλο το κλασικό ρεπερτόριο. Led Ζeppelin, Rolling Stones, Creedence Clearwater Revival. Πηγαίναμε σε διάφορες κρατικές λέσχες νεολαίας όπου υπήρχε ασύδοτη ελευθερία. Μπορούσες να πιεις, να καπνίσεις, να γλεντήσεις, να κάνεις ό,τι θες, απλά υπήρχαν εκεί κοινωνικοί λειτουργοί που σε συμβούλευαν τι είναι καλό και τι όχι. Μετά άρχισαν να δημιουργούνται τα kelar, υπόγειοι, παράνομοι χώροι, όπου έδινες 2-3 μάρκα, σου έβαζαν μια σφραγίδα στο χέρι και γινόταν χαμός από κόσμο, χασίς και χάπια. Δοκιμάζαμε τα πάντα, γινόμασταν κουρούμπελα, χάναμε τον ορίζοντα από μπροστά μας, ενώ πολλά παιδιά έπαθαν και ζημιές. Ήταν κάτι σαν τα ρέιβ πάρτι που ήρθαν εδώ πολλά χρόνια μετά.

> Μια χιονισμένη μέρα, πηγαίνοντας στη σχολή, βγήκα από το μετρό και αντίκρισα τα δυο παράλληλα κτίρια του πανεπιστημίου, που ήταν κάπως σαν τους δίδυμους πύργους. Αμέσως έκανα στροφή, γύρισα σπίτι, πήρα μια τσάντα με πέντε ρούχα, πήγα στον σταθμό του τρένου και γύρισα πίσω στην Ελλάδα. Στον σταθμό της Θεσσαλονίκης με περίμεναν κάτι φίλοι με το αυτοκίνητο να με πάρουν και να πάμε να πιούμε. Εγώ τους ζήτησα να πάμε να δω τη θάλασσα. Πήγαμε στην παραλία, κάτσαμε μισή ώρα και, καθώς φεύγαμε, στα 200 μέτρα μας χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Ο διπλανός μου σκοτώθηκε και οι υπόλοιποι τρεις κομματιαστήκαμε.

> Όταν έγινα καλά πήγα φαντάρος και μετά ξεκίνησα να δουλεύω στο Πόρτο Καρράς. Καθάριζα τζάμια και πατώματα, έκανα τον συνοδό στο λεωφορείο από το αεροδρόμιο, τον ταμία στο pool bar, δούλεψα στο λογιστήριο. Γρήγορα, όμως, αποφάσισα να φύγω και να κατέβω στην Αθήνα για να γραφτώ στο Εθνικό Ωδείο, στην πλατεία Βάθη. Είχα ακούσει το Βαγγέλη τον Ασημακόπουλο, τον Μπουντούνη και τον Μαυρουδή να παίζουν σε δίσκους και έλεγα «αυτοί είναι κιθαρίστες». Ξεκίνησα στο τμήμα του Ασημακόπουλου κι ενώ ήμουν καλός, η οικονομική ανάγκη με έκανε να αρχίσω να δουλεύω στα σκυλάδικα.

> Το πρώτο σκυλάδικο που δούλεψα ως κιθαρίστας ήταν η Ιφιγένεια στη Συγγρού. Αυτά τα μαγαζιά ήταν πολύ underground τότε. Όλος ο υπόκοσμος και οι τραβεστί εκεί μαζεύονταν. Κάθε βράδυ υπήρχαν πολλή βία, ένταση και συναίσθημα. Το ξημέρωμα έπρεπε να γίνει κάποιος ξυλοδαρμός, κάνα μαχαίρωμα, να βγουν πιστόλια, κάποιος έπρεπε να δείξει τον ανδρισμό του, κάποιος έπρεπε να πάρει τον ρόλο της γυναίκας. Οι θαμώνες έπαιζαν περίεργους ρόλους. Η κατάσταση είχε μια συναισθηματική επίφαση κι ένα δράμα το οποίο ήταν ψευδές. Βέβαια, οι πρωταγωνιστές σίγουρα περνούσαν το δράμα τους. Οι θαμώνες, οι ακροατές, οι παρατηρητές, δεν καταλάβαιναν τίποτα, δεν μπορούσαν να καταλάβουν αυτό το έργο. Πέρασαν πολλά χρόνια για να κατανοήσω τον λόγο που οι άνθρωποι βασανίζονταν τόσο πολύ. Δεν γούσταρα καθόλου τη φάση. Όταν τελείωνα τη δουλειά, έπαιρνα τις 800 δραχμές του μεροκάματου και σκεφτόμουν ότι τώρα θα πάρω ένα ταξί, θα πάω σπίτι, θ' ανοίξω την μποτίλια του υγραερίου, θα βάλω πανιά στα τζάμια και δεν θα ξυπνήσω ποτέ.

> Μετά, βρήκα απάγκιο στα νυχτομάγαζα της Πλάκας. Εκεί που ξεκινούσαν με δημοτικά και κατέληγαν σε Διονυσίου. Τότε, κάπου μεταξύ '81 και '83, ο κόσμος έβγαινε στην Πλάκα όπως πηγαίνει τώρα στην παραλία το καλοκαίρι. Δούλευα στον Άτταλο, στον Κρητικό, στου Μοστρού, στη Λητώ. Όλα τα προάστια ξεχύνονταν εκεί με τα καλά τους για να δείξουν οι κοπέλες την ομορφιά τους και οι άντρες τη μαγκιά τους. Κι εκεί γίνονταν φασαρίες. Όχι όπως στο σκυλάδικο, όμως. Εκεί τραγούδαγα κιόλας. Έλεγα βαριά λαϊκά. Είχα το ταμπεραμέντο, είχα και το ρεπερτόριο από μικρός στο σπίτι. Άκουγα Καζαντζίδη, Διονυσίου, Μπιθικώτση, όλους τους λαϊκούς τραγουδιστές, αλλά και τους ρεμπέτες, τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη και τους υπόλοιπους. Με το τραγούδι ανέβαινε και το μεροκάματό μου. Από τις 800 δραχμές που έπαιρ- να έφτανα στις 1.800. Αλλά μετά δεν μπορούσα να δουλεύω μέχρι τα ξημερώματα και να έχω εξεταστική το πρωί στο ωδείο. Έτσι, μετά από τρεισήμισι χρόνια τα μάζεψα και γύρισα στη Θεσσαλονίκη.

> Έπιασα δουλειά ως δάσκαλος στο Ωδείο Βορείου Ελλάδας, αλλά έπαιρνα έναν μισθό της πείνας. Όταν σε κυνηγάει ο λυσσασμένος σκύλος της ανάγκης, δεν υπάρχει καμιά ρομάντζα γύρω. Όλα είναι επιβίωση. Αν ήμουν μόνος μου εντάξει, αλλά υπήρχε και το παιδί μου, που άρχισε να μεγαλώνει, και η γυναίκα μου. Η ζωή μου ήταν πολύ αλήτικη για να μπορώ να είμαι προσηλωμένος οικογενειάρχης, αλλά, παρ' όλα αυτά, έπρεπε να στρέψω την προσοχή μου σ' αυτούς τους ανθρώπους. Άρχισα να δουλεύω πάλι σε μαγαζιά στη Θεσσαλονίκη, έγραφα μόνος μου τραγούδια για να ξεφεύγω από όλο αυτό το πράγμα που δεν μ' άρεσε καθόλου. Μετά άρχισα να παίζω τα δικά μου κομμάτια σε μικρούς χώρους και τότε με πρόσεξε ο Νικόλας ο Παπάζογλου. Με ρώτησε για τα τραγούδια μου, έδειξε ενδιαφέρον και μου είπε να μπω στο στούντιο να τα ηχογραφήσω. Εγώ δεν είχα ιδέα από στούντιο. Φεύγαμε στις 7 το πρωί μεθυσμένοι από το μαγαζί μαζί με τον ηχολήπτη και πηγαίναμε στο στούντιο, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι αυτό που τραγουδούσα δεν έστεκε τονικά.

> Οι πρώτες μου εμφανίσεις ήταν με πολύ λίγο κόσμο, αλλά εγώ το θεωρούσα δώρο. Για μια πενταετία ζούσα χωρίς χρήματα. Έκανα ενδιάμεσα κάποιες εμφανίσεις σε μερικά μπαράκια σε νησιά, μάζευα κάποια χρήματα από εκεί και μετά έκλεινα δουλειές για να παίζω τα δικά μου πράγματα. Πήγαινα τρεις μήνες στη Σίφνο, μάζευα 15.000-20.000 δραχμές όταν το ενοίκιο είχε 3.000. Ήταν τόσο μεγάλο το πάθος να βγω να παίξω ή να γίνω δημοσίως χάλια, που αυτό το πράγμα υπερέβαινε όλες τις ανάγκες μου. Ήμουν 48 κιλά, ποτέ δεν πήρα σάρκα πάνω μου. Ήταν μια περίοδος εξαιρετικά έντονη και όμορφη και μεγαλειώδης. Όταν κοιτάζω πίσω βλέπω ότι αυτή η περίοδος μπορεί να ήταν μια σκοτεινή τρύπα, μια μαύρη τελεία μέσα στη ζωή μου, αλλά ήμουν απολύτως λειτουργικός, εξαναγκασμένος, και ταυτόχρονα επιζητούσα πάση θυσία την έκσταση μέσα από την εργασία μου και την επιμονή μου. Έβρισκα τροφή στα κομμάτια μου, όταν έγραφα μια μελωδία δεν χρειαζόταν να φάω ούτε να πιω. Ζούσα από αυτό το πράγμα, όπως ζω και τώρα. Απλά τώρα έχω βάλει μια απόσταση ανάμεσα σ' αυτό και στον νου και την καρδιά μου. Είμαι κάποια μέτρα μακριά από τότε. Αυτό το φέρνουν η ηλικία και η αποχώρηση από το πεδίο δράσης και βολής.

> Τίποτα δεν με ωθεί να γράψω τραγούδια. Εκεί που πίνω κρασί με τους φίλους μου ή κάνω βόλτες με πιάνει κάτι που με κάνει να στριμωχτώ, να καθίσω σε μια γωνιά και να ασχοληθώ μόνο με αυτό. Είναι όπως μπαίνεις σε ένα λιβάδι την άνοιξη και βλέπεις και τσουκνίδες και μαργαρίτες. Ελπίζω να μην έγραψα μόνο τσουκνίδες στη ζωή μου.

> Πριν από είκοσι χρόνια έγραψα το «Πάμε να φύγουμε», που έλεγε «Πάμε να φύγουμε από αυτή την πόλη, όλα ξηλώθηκαν, μείναμε μοναχοί άνθρωποι, σπίτια και φωνές». Αυτό το τραγούδι έγινε πραγματικότητα πριν από δέκα χρόνια. Σηκώθηκα κι έφυγα από τις πόλεις, πήγα σε ένα χωρίο στην Πίνδο. Στις πόλεις κατανάλωνα τη ζωή μου περισσότερο στο να «βλεπόμαστε» και όχι στο να κάνω αυτό που θέλω. Τώρα χρειάζομαι νηφαλιότητα, ησυχία και γαλήνη. Μου αρέσει να πηγαίνω με τα παιδιά μου βόλτα στα βουνά, μου αρέσουν η ησυχία και το άγνωστο σε κάθε μου βήμα. Μου αρέσει να ξαπλώνω κάτω στο χώμα και να λέω μια προσευχή.

> Έχω διδαχθεί από πολλούς καλλιτέχνες. Από τον Τούντα και τον Μπαχ, από τον Τσιτσάνη και τον Μότσαρτ, από τον Βαγγέλη Παπάζογλου και τον Χάιντν, από τον Νίκο Παπάζογλου και τον Τσικ Κορία, από τον Γαβαλά και την Ίμα Σουμάκ. Αλλά μέχρι και Lady Gaga ακούω, γιατί ακούνε και τα παιδιά μου. Τώρα τελευταία όμως το έχω γυρίσει στην τζαζ. Ακούω αυτούς τους παράφρονες ανθρώπους. Αν δεν είσαι μουσικός, θα πρέπει να είσαι η μετενσάρκωση μουσικού για να ερμηνεύσεις τα έργα τους.

> Είμαι πατέρας τεσσάρων παιδιών. Τα παιδιά σε κάνουν να βγάζεις και το θηλυκό χρώμα σου. Δεν είναι εύκολο να το παραδεχτεί ένας άντρας αυτό, αλλά όταν τα παιδιά σου σε κοιτάζουν στα μάτια είναι πολύ εύκολο να αλλάξεις ρόλο και να μπεις σε αυτόν της μητέρας.

> Όταν με ρωτάνε αν θέλω να γυρίσω τον χρόνο πίσω, απαντώ όχι, γιατί δεν θέλω να χάσω τα δώρα που μου έχει χαρίσει ο χρόνος. Να γίνω 20 χρόνων και να καίγομαι; Για ποιο λόγο; Όσοι θέλουν να γυρίσουν τον χρόνο πίσω είναι επειδή δεν έζησαν ή δεν τους επιτράπηκε να ζήσουν όπως ήθελαν. Αν λες σε ένα παιδί να συγκρατηθεί, μπορεί και να κλείσει τελείως τις μηχανές του, να μην τις ανοίξει ποτέ μέχρι τα 80 του, και τότε να γίνει ένας ηλικιωμένος που θέλει να ζήσει από την αρχή τον έρωτα της ζωής του.

> Δεν μπορώ να κρατήσω άλλο μέσα μου τη μυθολογία της κραιπάλης και της καταστροφής, αλλά δεν έχω κάνει ακόμα τον κύκλο στη ζωή μου και μπορεί να με πιάσει καμιά τρέλα και να ξανακατέβω στην Αθήνα. Μπορεί στα γεράματά μου να θέλω να ζήσω στα Εξάρχεια. Μου αρέσει αυτή η περιοχή που έχει νεολαία, φασαρίες και μπάχαλο.

> Τα ταξίδια δεν είναι στους τόπους, τα ταξίδια είναι εδώ. Έχω φύγει από το μπαρ της Γωγώς στον Νέο Κόσμο μια Κυριακή στις 7 το πρωί και περπατώντας προς το Κουκάκι ένιωσα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Σχεδόν κάθε μέρα μου είναι ένα ταξίδι και θέλω το ταξίδι μου να είναι ανεπανάληπτο.

> Δεν είμαι υπέρ των παιδιών που αρπάζουν μια πέτρα και σπάνε τις βιτρίνες. Αυτό δυναμώνει ακόμη περισσότερο την ήδη υπάρχουσα άσχημη κατάσταση. Το όνειρο γίνεται πιο δραματικό και άσχημο. Και το άσχημο δεν φέρνει εξιλέωση. Εξιλέωση είναι η γνώση ότι αυτοί οι ίδιοι που σηκώνουν την πέτρα και σπάνε το κεφάλι του άλλου ή το τζάμι, αυτοί οι ίδιοι είναι το απόλυτο φως, η απόλυτη γνώση. Γι' αυτό πρέπει να γυρίσουν και να κοιτάξουν τον εαυτό τους. Δεν υπάρχουν εχθροί εκεί έξω, οι εχθροί είναι σύμβολα.

> Ανησυχώ ιδιαίτερα για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα, με όλα αυτά τα πλήθη των απελπισμένων ανθρώπων που μου θυμίζουν το κομμάτι του Σαββόπουλου που έλεγε: «Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις / όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα / παράγκα, παράγκα, παράγκα του χειμώνα / κι εσύ μιλάς σαν πτώμα / Ο λαός,ο λαός στα πεζοδρόμια κουλούρια ζητάει και λαχεία / κοπάδια, κοπάδια, κοπάδια στα υπουργεία / αιτήσεις για τη Γερμανία». Αυτό ακριβώς ζούμε και τώρα. Κάνουμε κυκλικές κινήσεις και πέφτουμε πάνω στα χνάρια μας. Θα κάνουμε ό,τι ωραιότερο και υψηλότερο μπορούμε για να μπούμε σε μια διαφορετική κατάσταση, θα ονειρευτούμε έναν κόσμο ιδανικό, θα μάθουμε ξανά να ονειρευόμαστε. Θα γίνουμε σοβαροί ονειρευτές, όχι κωλόπαιδα. Θα πάρουμε την ευθύνη των πραγμάτων. Είμαστε υπεύθυνοι για το έργο ή δεν είμαστε; Θα πορευτούμε με τον διπλανό μας ή όχι;

> Μπορεί να λέω ότι δεν θα αποχωρήσω ποτέ από το τραγούδι, άλλα αυτό είναι ψέμα. Δεν μπορείς να παίζεις εσαεί. Τώρα έχω τη βιολογική και συναισθηματική δύναμη να το κάνω, αλλά μερικές φορές, όταν ανοίγεται μπροστά μου μια παράδοξη κατάσταση, πιο πολύ με ελκύουν το άγνωστο και η παραίτηση από την προηγούμενη εργασία μου, παρά η μουσική και το τραγούδι.

> Η αγάπη περισσότερο εκπέμπεται από εμάς προς τον κόσμο και όχι το αντίστροφο. Και η ειρωνεία είναι ότι όλοι ζητάμε την αγάπη. Ενώ στην ουσία εμείς οι ίδιοι είμαστε η αγάπη, εμείς είμαστε η ελευθερία, εμείς είμαστε η αλήθεια, από μας εκπορεύονται όλα αυτά. Είναι βασικά, ουσιαστικά συστατικά της ύπαρξης. Εάν δεν τα έχουμε αυτά, να πάμε να γαμηθούμε, να βυθιστούμε στο τίποτα.

> Τώρα πια είμαι πιο διαλλακτικός. Η κατανόηση είναι πρωτεύον στοιχείο. Δεν μετράς τους ανθρώπους με μεζούρα, αρχίζεις και τους δέχεσαι κι αυτό είναι ένα τεράστιο δώρο που στο φέρνει ο χρόνος.

> Ο χρόνος δεν με πιέζει. Ίσα ίσα μου δημιουργεί τη λαχτάρα του τέλους. Οι ψευτολάτρεις της ψευδοπραγματικότητας δεν έχουν να χάσουν τίποτα, εάν δε συνεχιστεί το έργο.

> Δεν νοσταλγώ τίποτα κι ούτε πρόκειται. Ίσως να νοσταλγώ το μέλλον.

 (Του Φώτη Βαλλάτου)

Πηγή:  LIFO, 16.03.2011

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Η Ανέντιμη Σχέση Πολιτισμού και Δημοκρατίας


(Του Αντρέα Ζαμπούκα)


Ο πολιτισμός σ΄ όλες τις εποχές απέκτησε το χαρακτήρα του από την ποιότητα των επιτευγμάτων του. Πάντα το σύνολο των υλικών, πνευματικών και ηθικών πράξεων έδινε το στίγμα στην εξέλιξη αλλά και στην ταυτότητα μιας κοινωνίας. Ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός έχει τις ρίζες του στην Αναγέννηση, στον Διαφωτισμό και ασφαλώς στην Αρχαία Ελληνική Δημοκρατική Πολιτεία. Εκεί δόθηκε η ευκαιρία της αμεσότητας στους ανθρώπους να επικοινωνήσουν ελεύθερα και με τον ισότιμο διάλογο να δημιουργήσουν Τέχνες, Επιστήμες , Φιλοσοφία και Ηθική. Είναι βέβαιο ότι ο Αριστοτέλης ποτέ δεν θα ίδρυε το «Λύκειο» στην Περσία η στην Αίγυπτο. Επίσης δεν ξέρουμε πώς θα ήταν ο κόσμος σήμερα χωρίς τις διδασκαλίες του. Έτσι η ύπαρξη της Πόλης- Κράτους έχτισε αυτό που αργότερα ονομάστηκε Πολιτισμός. Χωρίς τη δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας δεν θα έμπαιναν τα θεμέλια των μεγάλων επιτευγμάτων.

Όλοι όμως γνωρίζουν ότι κανένα πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ιδεολογία. Είναι σαφές επίσης ότι η κοινή ιδεολογία στον Διαφωτισμό, στην Αναγέννηση και στην Αρχαία Αθήνα ήταν ο ανθρωπισμός με την σπουδαία πνευματική παρακαταθήκη που εξασφάλισε για την ανθρωπότητα. Άρα λοιπόν η Δημοκρατία ως πολιτικό σύστημα και ως πολίτευμα γεννήθηκε για να πραγματώσει τον ανθρωπισμό και κατ΄ επέκταση για να παράγει πολιτισμό ικανό για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου σε υλικό, πνευματικό και ηθικό επίπεδο. Η ελεύθερη αγορά έφερε την τεχνολογία, η εδραίωση της πνευματικής ελευθερίας τα Πανεπιστήμια και η συνταγματική κατοχύρωση των θεσμών την κυριαρχία του Δικαίου στις κοινωνίες. Επομένως ο ανθρωπισμός, μέσω της δημοκρατίας, άρχισε να αισθητοποιείται και να πραγματώνεται στον πολιτισμό.

Συνδυάζοντας τώρα τις έννοιες Πολιτισμός, Δημοκρατία και Ανθρωπισμός θα περιμέναμε ότι φτάνοντας στο 2010 , η ανθρωπότητα θα είχε πια κατακτήσει τις κλασικές αξίες που καλλιεργούν την ανθρώπινη φύση και κάνουν τον άνθρωπο ευτυχισμένο. Δυστυχώς όμως, τα προβλήματα είναι πολύ μεγάλα και κάποιοι κατανοούν ότι κάτι ανησυχητικό συμβαίνει με την επιθυμητή σχέση των παραπάνω εννοιών. Προφανώς κάτι γίνεται λάθος με την εφαρμογή του συστήματος που ονομάζουμε Δημοκρατία. Οι υποδομές των σύγχρονων κοινωνιών φαίνονται ικανοποιητικές ως προς το τεχνικό μέρος του συστήματος. Για παράδειγμα υπάρχει πλούτος, τεχνολογία και δυνατότητες άμεσης επικοινωνίας. Επίσης τα συντάγματα , οι νόμοι και οι θεσμοί φαίνονται να καλύπτουν σε θεωρητική τουλάχιστον βάση όλες τις ανάγκες που παρουσιάζονται. Αφού λοιπόν το τεχνικό και θεσμικό μέρος του συστήματος που λέγεται Δημοκρατία πάνε καλά κάτι πρέπει να συμβαίνει με το οργανωτικό.

Προφανώς το οργανωτικό μέρος έχει να κάνει με τη διοίκηση , την εκτελεστική προοπτική του κράτους και τις αποφάσεις της εξουσίας. Αν λοιπόν αυτά δεν λειτουργούν σωστά τότε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να επιτελέσει το στόχο του και να ολοκληρώσει την αποστολή του που είναι η πραγμάτωση του ανθρωπισμού στην εξέλιξη του Πολιτισμού. Αναζητώντας τις αιτίες, ανακαλύπτει κανείς ότι η ρίζα του κακού βρίσκεται στην αδυναμία της Πολιτείας να δώσει ανθρωπιστική παιδεία στους πολίτες της. Επόμενο είναι λοιπόν να μην μπορούν να καλλιεργήσουν την πολιτική τους συνείδηση και ν΄ αδιαφορούν για τη σκοπιμότητα της συλλογικής δράσης στη δημιουργία πολιτισμού. Στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι μόνο το 10% των δυτικών πολιτών διαθέτει την πνευματικότητα ν΄ αντιληφθεί ουσιαστικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολίτη μέσα στο χώρο της κοινότητας. Έτσι η δημοκρατία καταντά μαζική και ανούσια μη μπορώντας να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του ποιοτικού πολιτισμού.

Καταλήγοντας, συμπεραίνουμε ότι βιώνουμε σήμερα μια τελείως ανέντιμη σχέση της Δημοκρατίας με τον Πολιτισμό. Οραματιζόμαστε, σχεδιάζουμε, επιθυμούμε την ικανοποίηση των αναγκών μας, μέσα από έναν υψηλού επιπέδου πολιτισμό, αλλά δεν έχουμε τη δύναμη να το πράξουμε αφού η δημοκρατία που έχουμε δεν είναι γνήσια και λειτουργική. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα μοιάζει να εξυπηρετεί την αστάθεια του πολιτισμού και να προωθεί συμφέροντα εξατομικευμένα και όχι συλλογικά. Η κυριαρχία του καταναλωτισμού στο όνομα της ελευθερίας προφανώς και αποτελεί περίπτωση ενός διεφθαρμένου πολιτισμού. Άρα λοιπόν, αν θέλουμε να φτάσουμε κάποτε σε επιτεύγματα που θα απελευθερώνουν πραγματικά τον άνθρωπο, πρέπει να αποκαλύψουμε αυτή τη «βρώμικη» σχέση του σύγχρονου πολιτισμού με τη νοθευμένη μαζική δημοκρατία που πολύ μικρή σχέση έχει με τη γνήσια συμμετοχική της αρχαίας «Πόλης». Η πολιτική απάθεια είναι πάντα η μεγαλύτερη αρρώστια που σιγά σιγά σαπίζει τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου νεκρώνοντας την όμορφη φύση του. Αυτή πρέπει να προσέξουμε.


(Δημοσίευση για το www.greek-articles.blogspot.com)

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Το Κορίτσι της Διπλανής Πόρτας στην Ελλάδα

Τα Κορίτσια της Διπλανής Πόρτας



 

Είναι άνεργη, μισθωτή ή δουλεύει part-time και ψάχνει απεγνωσμένα για χρήματα, κάνει one-night stand, αλλά βαριέται και το σεξ, μεθάει τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, έχει δοκιμάσει ναρκωτικά, ψάχνει για σχέση, αλλά απαξιώνει τους άντρες. Τριάντα γυναίκες από 20 έως 40 ετών απαντούν στο ίδιο ερωτηματολόγιο. Έχει αλλάξει το κορίτσι της διπλανής πόρτας;



Το περιοδικό «Μissbehave» βγήκε το 2006 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης για να μιλήσει για τη χιπ γυναίκα της διπλανής πόρτας. Το περιοδικό περιείχε τη στήλη «DILF» (Dad I 'd like to fuck), προφανώς ως αντιπερισπασμό στη γνωστή κατηγορία ΜΙLF (Mum I 'd like to fuck), που αναφέρεται σε ώριμες, σέξι γυναίκες. Στο site του περιοδικού, εκεί που ανέβαζαν οι συντάκτριες βίντεο και μπλογκ  που έχει μείνει ακόμα στη θέση του ενάμιση χρόνο μετά το κλείσιμο του περιοδικού- δυο συντάκτριες γύρω στα 25 κοιτάνε μεθυσμένες έναν φούρνο μικροκυμάτων, καπνίζοντας έναν μπάφο και γελώντας υστερικά. Έχουν μόλις γυρίσει απ' έξω, η μία φοράει μοβ κολλάν και μια παρδαλή γούνα. Από κάτω το κείμενο μιλάει για το hangover τους και τα one night-stands τους. Στην Ελλάδα το πορτρέτο της νέας γυναίκας ξεπρόβαλε στο τέλος της δεκαετίας του '90, μέσα από τίτλους όπως αυτοί που είχε το «Cosmopolitan». 

Εκτός από τις ιστορίες για τα 101 σανδάλια που πρέπει να αγοράσει κανείς αυτό το καλοκαίρι και την τελευταία μαγική δίαιτα με σταφύλια και διάλυμα στοματικής υγιεινής, για πρώτη φορά τα περιοδικά κατέγραφαν ρεαλιστικά πώς ζούσε το κορίτσι της διπλανής πόρτας: προβλήματα σχέσεων, χρήματα, οι καλύτερες στάσεις για να έρθεις σε οργασμό και πιπεράτες σεξουαλικές ιστορίες με πρωταγωνίστρια κάποια ανώνυμη που αποφάσισε να ζήσει κάτι διαφορετικό κι έτσι έκανε μεθυσμένη one-night stand με τον καλύτερο φίλο του πατέρα της στο αυτοκίνητο, έξω από το εξοχικό της. Δέκα και κάτι χρόνια μετά, ούτε αυτό το μοντέλο δεν είναι πια αρκετό για να περιγράψει τη ζωή μιας κοπέλας της διπλανής πόρτας (υπάρχει αυτό το πράγμα; Ποιος ξέρει!).
Όλα για το χρήμα
Καταρχάς, ωραία η μόδα και οι δίαιτες, αλλά η νούμερο ένα σκέψη των είκοσι εννέα από τα τριάντα κορίτσια που απάντησαν δεν είναι τίποτα άλλο από το χρήμα και την καριέρα. Η πρόσφατη οικονομική κρίση έχει κάνει ακόμα και αυτές που δεν είχαν ως προτεραιότητα το χρήμα να το αναζητούν σαν τρελές. Η Ελένη, 30 ετών, που δουλεύει ως γυμνάστρια, έχει να πληρωθεί 2,5 μήνες από την τελευταία της δουλειά. «Νιώθω άχρηστη, ειλικρινά. Δουλεύω με την ελπίδα να μου δώσουν τα δεδουλευμένα και δεν έχω ιδέα τι ακριβώς πρέπει να κάνω. Απελπίζομαι». 

Οι περισσότερες τα βγάζουν πέρα δύσκολα. Η 29χρονη Αγγελική σκέφτεται να φύγει για το εξωτερικό. «Αυτήν τη στιγμή βγάζω 1.200 ευρώ και θεωρούμαι τυχερή. Μόνο που δεν έχω δικό μου σπίτι, από την οικογένειά μου, ούτε κάποια άλλη βοήθεια, γιατί οι δικοί μου περνάνε δύσκολα. Πληρώνω νοίκι, λογαριασμούς και βοηθάω και τη μάνα μου». Η 28χρονη Πελαγία θα ξεκινήσει μεταπτυχιακό του χρόνου τον Σεπτέμβριο στο Άμστερνταμ - η οικογενειακή επιχείρηση με υφάσματα που είχαν χρεοκόπησε, έκλεισαν το τελευταίο από τα τρία καταστήματά τους πριν από τρεις μήνες. Ευτυχώς, βρήκε μια υποτροφία και θα φύγει. Η ανεργία σκίζει (6 από τις 30 ψάχνουν για δουλειά) όπως και η ημι-απασχόληση. «Έχω τρία πτυχία και ψάχνω για δουλειά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Δουλεύω προσωρινά σαν πωλήτρια ρούχων part-time για 450 ευρώ, χωρίς ένσημα εννοείται», λέει η 25χρονη Νατάσσα.

Η νούμερο 2 σκέψη μοιάζει να είναι και η πιο προβλέψιμη: οι σχέσεις ή η απουσία τους. «Δεν σου κρύβω πως θα ήθελα πάρα πολύ να είμαι σε μία σχέση. Δεν με απασχολεί τόσο όσο θα έπρεπε, αλλά αρκετές φορές σκέφτομαι τι δεν πάει καλά με 'μένα και τις επιλογές μου και καταλήγω πάντα να είμαι αυτή που ενώ δηλώνει πως θέλει οικογένεια, οι πράξεις και οι επιλογές της δείχνουν ακριβώς το αντίθετο», λέει η 37χρονη Αγάπη που δουλεύει ως λογίστρια. Περίπου δεκαέξι από τις τριάντα δήλω- σαν ότι, μετά τα χρήματα, αυτό είναι το επόμενο που τους απασχολεί. Μέχρι εδώ καμία διαφορά με το παρελθόν. Η μόνη εμφανής διαφορά ίσως να είναι ότι πλέον η έννοια της λέξης «σχέση» μοιάζει να είναι ρευστή: μια είναι σε σχέση από απόσταση, μια έχει fuck buddy, δυο είναι σε ανοιχτή σχέση, γνωστή και ως «ελεύθερη». «Είμαι σε περίπου σχέση που μου επιτρέπει να μην είμαι πιστή και να πηγαίνω με άλλους, με τις όποιες συνέπειες, συναισθηματικές και ψυχολογικές, μπορεί να έχει αυτό», λέει η Μαρίνα, 34 ετών, που δουλεύει στον δημόσιο τομέα.
Αsexual porn monsters
Εκεί που όλα αλλάζουν, σε σχέση τουλάχιστον με το παρελθόν, είναι στη σεξουαλική συμπεριφορά. Το σεξ έχει γίνει πια πολύ πιο εύκολο, ενώ το οnenight stand έχει απενοχοποιηθεί πλήρως. Έχουμε αρχίσει να μοιάζουμε όλο και περισσότερο με τους άντρες: καμιά φορά το σεξ είναι απλά σεξ, τίποτα παραπάνω.One night-stand έχουν κάνει σχεδόν όλες, από δύο έως δέκα οι περισσότερες, μία πάνω από 50. «Επειδή δεν έχω σχέση δεν θα κάνω και σεξ δηλαδή; », λέει η Πελαγία. Έχει μεγαλώσει πια και ο αριθμός των σεξουαλικών παρτενέρ. Κάποιες έχουν πάει με 4 άντρες, άλλες με πολύ περισσότερους. Μια έχει πάει με πάνω από 80. «Ναι, οk, οι 80 είναι πολλοί. Κάνω σεξ από τα 16 μου κι έχω φτάσει πια τα 32 όμως, οπότε λογικό δεν είναι; Δεν έχει νόημα τώρα να αισθάνομαι και άσχημα», λέει η Ναταλία, 30 χρόνων, που δουλεύει στο μάρκετινγκ. Παρά το πολύ σεξ, όμως, δεν μοιάζουν πάντα ικανοποιημένες. Και (τι έκπληξη!) φταίνε οι άντρες. «Ώρες-ώρες, νομίζω ότι οι άντρες προτιμούν να αυνανιστούν. Kάνουν σεξ για να χ..., όχι για να απολαύσουν όλο το πακέτο», λέει η Πελαγία. «Mερικοί είναι σαν να το κάνουν με τον εαυτό τους», προσθέτει η Μαρίνα. «Το χειρότερο πράγμα με τους άντρες είναι ο εγωισμός στο σεξ και η αδιαφορία τους», υποστηρίζει η Γεωργία, 35 ετών, ελεύθερη επαγγελματίας.

Η Andrea Dworkin, η αντι-πορνό φεμινίστρια των '80s, μιλούσε για το πώς το πορνό θα κάνει τους άντρες επιθετικούς και τρελαμένους για σεξ. Ξέχασε να μας πει πώς θα μεταμορφώσει τις γυναίκες. Στην πραγματικότητα, από τη γενιά που έχει μεγαλώσει βλέποντας, εξαιτίας του ίντερνετ, περισσότερο σεξ από ποτέ σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς προκύπτουν γυναίκες και άντρες με ένα μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό: την ανασφάλεια. Η γυναικεία σεξουαλική συμπεριφορά έχει γίνει πια άκρως αντιφατική. Από τη μια, υπάρχει απίστευτη σεξουαλική επιθετικότητα, μια αίσθηση του «τα κάνω όλα», από την άλλη απίστευτη ανασφάλεια, όχι μόνο όσον αφορά την εμφάνιση αλλά και τις επιδόσεις. «Τώρα πια δεν φτάνει να μοιάζουμε με μοντέλα, πρέπει να κάνουμε και σεξ σαν πορνοστάρ - με πολλούς, παντού και πάντα. Ο νέος αφορισμός δεν είναι το "πουτάνα" αλλά το "αγάμητη" και το "κακογαμημένη"», λέει σαρκαστικά η Γεωργία.

Η σύγχυση που περνάνε οι άντρες μάλλον χειροτερεύει τα πράγματα. Πολλοί μπερδεύουν τη ζωή με τις τσόντες και πιστεύουν ότι πρωταγωνιστούν σε κάποια καυτή σεξουαλική φαντασίωση με οκτώ γυναίκες, δυο φίδια κι έναν πολυέλαιο. «Νομίζω ότι προσπαθούν πολύ μερικές φορές. Καμιά φορά το απλό είναι και το πιο καλό - θέλουν να σου αποδείξουν ότι το 'χουν και να σου δώσουν τον καλύτερο οργασμό της ζωής σου και σε γυρνάνε από δω, σε γυρνάνε από κει....», λέει η 23χρονη Στέλλα, που είναι άνεργη. «Γελάω αφάνταστα με τη φάση του "θέλω να γαμήσω όλες τις γυναίκες του πλανήτη, κάθομαι και τις μετράω μία-μία μπας και φτάσω σε τριψήφια νούμερα"», λέει η Αγγελική, 29 ετών. «Είναι αστείο. Έχεις κάτι παιδαρέλια που νομίζουν ότι κάποιος άλλος, πέρα από τους φίλους τους, θα το θεωρήσει όλο αυτό παρα πολύ cool. Εκτός κι αν είσαι ο Μπραντ Πιτ, όταν πας με όλες τις γυναίκες πιο πιθανό το κόβω να μην μπορείς να γ...σεις καμία όπως πρέπει», λέει η Πελαγία.

Η δεύτερη μεγάλη τάση μπορεί να προκαλεί έκπληξη. Απ' ό,τι φαίνεται, το πορνό δεν γέννησε λυσσασμένα όντα, μάλλον ασέξουαλ. Πολλοί απλώς βαριούνται το σεξ, άντρες και γυναίκες. Όσο πιο νέοι, μάλιστα, τόσο μεγαλύτερη η βαρεμάρα. «Ο φίλος μου γκρινιάζει για το σεξ, αλλά στην πραγματικότητα απλά δεν προλαβαίνω. Δεν έχω όρεξη μετά τη δουλειά. Με πιάνει βαρεμάρα, προτιμώ να δω DVD και να φάω πίτσα», υποστηρίζει η Νατάσσα. «Δεν είναι καν ότι είναι μετροσέξουαλ - μακάρι να 'τανε, θα πλένονταν και παραπάνω. Είναι ότι βαριούνται να μπουν στη διαδικασία. Τα είχα με έναν ο οποίος στη διάρκεια του σεξ μου είπε να έρθω εγώ από πάνω για να μην κάνει αυτός όλη τη δουλειά και μ' έναν άλλον που μου είπε ότι έχω το μυαλό μου συνέχεια εκεί επειδή ήθελα σεξ πάνω από 2 φορές την εβδομάδα. Είχα καταλήξει να κοιτάω συνέχεια το youporn. Δηλαδή, συγγνώμη, στα 29 μου εγώ θα πρέπει να κάνω σεξ κάθε Σαββατοκύριακο; Δεν νομίζω», λέει η Αγγελική. «Mίλαγα με έναν φίλο μου στο τηλέφωνο και τον ρώτησα τι θα έκανε το βράδυ. Μου είπε ότι είχε πρόταση για φαΐ και σεξ από μια πρώην του, αλλά βαριόταν γιατί θα έπρεπε μετά να τη γυρίσει σπίτι της. Προτιμούσε να κάτσει μόνος του», λέει η Στέλλα.
H γυναίκα του κεφιού
Κι επειδή δουλεύουμε περισσότερο, ξεσπάμε και περισσότερο. Στο αλκοόλ σίγουρα σκίζουμε, ειδικά σε σχέση με τη γενιά των γονιών μας: από 2 έως 8 ποτά το βράδυ. Τελικά, εκείνο το «ένα ποτάκι» μάλλον είναι μύθος. Οι περισσότερες μεθάμε μια φορά τον μήνα, πολλές μια φορά τη βδομάδα, κάποιες καθόλου πια. «Ίσως να φταίει η αμόλυβδη της πλατείας Καρύτση», λέει η Στέλλα. «Με έχει κάνει ανθεκτική στα πάντα». Η αίσθηση είναι ότι πίνουμε πολύ περισσότερο από τις μάλλον συντηρητικές μανάδες μας και αδιαφορούμε για το κλισέ της μεθυσμένης γυναίκας που δεν αρέσει στους άντρες. «Ε, δεν γίνεται να βγεις και να μην πιεις», λέει η Νατάσσα. «Κάθε φορά που δεν πίνω οι φίλες μου με κράζουν. Ξενέρωτη με ανεβάζουν, ξενέρωτη με κατεβάζουν», λέει η 27χρονη Μίνα - και αυτή άνεργη. Το αλκοόλ αποτελεί πλέον στάνταρ κομμάτι μιας γυναικείας εξόδου. Τα ναρκωτικά συνεχίζουν να αποτελούν ταμπού - σε καμία δεν αρέσει να το πολυπαραδέχεται, παρ' όλα αυτά όλες έχουν δοκιμάσει τουλάχιστον μπάφο (κάποια τον αποκάλεσε χαριτω- μένα «μαριχουάνα»: «Μαριχουάνα στοπ, 1-2 φορές στο πανεπιστήμιο, σαν τον Ομπάμα», λέει η Μαίρη, 32 ετών, τραπεζική υπάλληλος). Κάποιες έμειναν εκεί. 

Άλλες, όπως η Μαρίνα, έχουν δοκιμάσει «τα πάντα, εκτός από πρέζα». Mετά τον μπάφο, το ναρκωτικό της επιλογής τους είναι η κοκαΐνη (πέντε στις τριάντα έχουν δοκιμάσει). Κάποιες κάνουν και δυο φορές την εβδομάδα. Άλλες δεν θέλουν να ακούσουν για σκληρά ναρκωτικά ούτε για πλάκα. «Εδώ αγριεύομαι με τα ελαφριά, σκέψου με τα υπόλοιπα», λέει η Μαίρη. Ακολουθούν ΜDMA, έκστασι, τριπάκια και κεταμίνη, ως δοκιμή όμως για τις περισσότερες, που δεν τα συνηθίζουν πια. Με μεγάλη συχνότητα κάνει ναρκωτικά κάτι λιγότερο από το 1/4 όσων ερωτήθηκαν, κι αυτές περιορίζονται στη φούντα. Η αίσθηση είναι ότι σε σχέση με τη δεκαετία του '90 και των '00s πολύ περισσότερες έχουν δοκιμάσει ελαφριά ναρκωτικά.

Προφανώς και δεν υπάρχει κορίτσι της διπλανής πόρτας. Το μόνο σίγουρο, όμως, είναι ότι οι 30 κοπέλες που απάντησαν στις ερωτήσεις μας μοιάζουν να διεκδικούν πολύ περισσότερο αυτό που θέλουν και να μην είναι ιδιαίτερα διατεθειμένες να συμβιβαστούν με τη λάθος δουλειά, τα ελάχιστα χρήματα, το κακό σεξ ή μια μέτρια σχέση. Επίσης, μοιάζουν να έχουν πολύ λιγότερο ανάγκη να απολογηθούν επειδή κάνουν σεξ που δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, μεθάνε ή κάνουν drugs. Καλό δεν είναι αυτό;

(της Δέσποινας Τριβόλη)
Πηγή:  LIFO, 02.03.2011

Αθήνα 2011: "Η Θεωρία της Φυσαλίδας"

Urban Lab

Η θεωρία της Φυσαλίδας, η Αθηναϊκή Περίπτωση



(Του Δημήτρη Ρηγόπουλου)

Πριν λίγους μήνες ο Μάρκος ανέπτυξε δημοσίως, δηλαδή σε έναν στενό κύκλο φίλων και γνωστών, τη θεωρία του / αυτή η θεωρία στηρίζεται σε προσωπική εμπειρία, αλλά, όπως θα καταλάβετε, πολλοί αναγνωρίσαμε τον εαυτό μας / 
είναι η θεωρία της φυσαλίδας και τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στον ίδιο και σ' έναν φίλο του, αν θυμάμαι καλά, γιατί πάνε κάποιοι μήνες από εκείνη την ανάλαφρη απογευματινή μάζωξη / σύμφωνα με τη θεωρία της φυσαλίδας, 

ένας Αθηναίος, για να προστατέψει τον εαυτό του από δυσάρεστες εμπειρίες μέσα στην πόλη και στενόχωρα συναπαντήματα, διαμορφώνει την καθημερινότητά του μέσα από συγκεκριμένες επιλογές και διαδρομές / ζει σε μια συγκεκριμένη περιοχή (όσο το δυνατόν πιο «καλή» και «ακίνδυνη» του επιτρέπουν τα οικονομικά του) / βγαίνει σε συγκεκριμένα μέρη για φαγητό και ποτό / έχει φίλους με παρόμοιο lifestyle / τα Σαββατοκύριακα ή το καλοκαίρι πάει σε συγκεκριμένα νησιά και προορισμούς / αν προσπαθήσει πολύ, δεν θα πέσει ποτέ σε εικόνες τριτοκοσμικής εξαθλίωσης που του μεταφέρουν φίλοι και γνωστοί ή διαβάζει στις εφημερίδες / αν προσπαθήσει πολύ, η Αθήνα αρχίζει στο Ψυχικό και τελειώνει στην πλατεία Καρύτση /  

αν προσπαθήσει πολύ, η Αθήνα μπορεί να είναι ένα υπέροχο μέρος / και μέσα του να δικαιώνει κάθε μέρα την απόφαση να γυρίσει από την Αγγλία με τον άθλιο καιρό και την αφόρητη μοναξιά / πού και πού έχει φυσικά το δικαίωμα να λοξοδρομήσει / να περάσει με το αμάξι από γειτονιές με τζάνκι ή συμμορίες, να πάει σε κάποιο νέο εστιατόριο και να φοβηθεί για την τύχη του αυτοκινήτου του όσο ο ίδιος θα απολαμβάνει ένα δείπνο μαζί με άλλους «συναδέλφους» από τη φυσαλίδα / δεν τους ξέρει προσωπικά, αλλά τους αναγνωρίζει / βλέπει στα μάτια τους την κρυφή ανακούφιση επειδή τα έφερε έτσι η ζωή και δεν θα ζήσουν ποτέ εδώ /  

η μόνη τους αγωνία είναι να μη βρουν σπασμένο το αμάξι / η φυσαλίδα είναι θεωρητικά τόσο μεγάλη που μας χωράει όλους / αλλά, είπαμε, πρέπει να προσπαθήσεις σκληρά / και το αντίτιμο δεν είναι πάντα μια καλή, ευχάριστη, στρωτή ζωή σε ένα κομμάτι της πόλης που «μας» ανήκει ακόμα / κατά βάθος, και οι σκληροπυρηνικοί της θεωρίας της φυσαλίδας έχουν πλήρη επίγνωση για το μέγεθος ενός τεράστιου ψέματος που λένε κάθε μέρα στον εαυτό τους / αλλά είναι κι αυτός ένας τρόπος επιβίωσης στην Αθήνα του 2011 / όποιος έχει κάποια άλλη ιδέα ας τη ρίξει στο τραπέζι / ο Μάρκος κι ο φίλος του είναι όλο αυτιά

Πηγή:  LIFO, 02.03.2011

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Η "ξοφλημένη" Ελλάδα

Edito

Πάνε λίγες μέρες που οι πατριωτικές δυνάμεις έδωσαν άλλον έναν ηρωικό αγώνα για να αποτρέψουν την πώληση ιερής ελληνικής γης σε ξένους έναντι 50 δισεκατομμυρίων ευρώ. Φευ, οι αρμόδιοι φορείς μάς ανακοίνωσαν ότι ο θησαυρός δεν υπάρχει, το 40% της ακίνητης περιουσίας του κράτους, αυτό ιδίως που μπορεί να αξιοποιηθεί, είναι καταπατημένο. Σας έχει κάνει κάτι εντύπωση σ’ αυτή την ιστορία;
Η είδηση πέρασε ασχολίαστη. Όλοι συνέχισαν να καταγγέλλουν την πρόθεση, την αμφίβολη αξιοποίηση, και κανείς την τετελεσμένη υπεξαίρεση της δημόσιας περιουσίας. Δεν έγιναν καταγγελίες, δεν υπήρξαν πύρινοι λόγοι στη Βουλή, οι γνωστοί εισαγγελείς της δημόσιας ζωής δεν αναζήτησαν ενόχους, τα ΜΜΕ δεν αποκάλυψαν με ρεπορτάζ τούς καταπατητές. Το σύστημα έχει όνομα: λέγεται ελληνικός ληστρικός μικροκαπιταλισμός. Κλέβουμε ο ένας τον άλλον και όλοι μαζί το κράτος. Κόμματα, μέσα ενημέρωσης, επαγγελματικές ενώσεις και συνδικαλιστικά σωματεία είναι οι εκπρόσωποι και εκφραστές αυτού του μοντέλου που στις μέρες μας χρεοκόπησε. 

Όπως περνάει ο καιρός, γίνεται αντιληπτό ότι το πατριωτικό σόου των προηγούμενων ημερών ήταν κάτι παραπάνω από μια ακόμα επικοινωνιακή σαχλαμάρα στο πολιτικό θέατρο σκιών. Όπως πριν 10 χρόνια, στην προηγούμενη προσπάθεια μεταρρυθμίσεων, χρησιμοποιήθηκε μια ανύπαρκτη κατασκευή, «οι ξένοι που θέλουν να αφαιρέσουν την ορθοδοξία από τις ταυτότητες», έτσι και τώρα πάλι, μια άλλη κατασκευή, οι ξένοι που απειλούν μετά την πίστη μας και τη γη μας, σηματοδοτεί συμβολικά τα όρια του συστήματος: οι μεταρρυθμίσεις δεν πρέπει να αγγίξουν το σκληρό πυρήνα του ελληνικού κομματικού πελατειακού κράτους. Ακόμα και σοβαρές εφημερίδες κυκλοφορούν με τίτλο «πωλείται η Ελλάς», «τα αφεντικά μας προστάζουν». Στα τηλεοπτικά κανάλια, για την οικονομική κρίση της χώρας, συζητούν ο Αλαβάνος, ο Μητρόπουλος, ο Δημαράς, τα κόμματα της Αριστεράς, οι συνδικαλιστές του δημόσιου τομέα, ένας εκπρόσωπος της αντιμνημονιακής Νέας Δημοκρατίας και ένας του Πασόκ που μια φορά στις δυο δεν διαφωνεί και πολύ με τους προηγούμενους. Ουδέποτε ο εξωκοινοβουλευτικός χώρος είχε τόση συμμετοχή στον τηλεοπτικό διάλογο. Προφανώς πρόκειται για ένα θαύμα της δημοκρατίας. Όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι συζητάνε για την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας. Δεν είναι περίεργο που η ελληνική κοινωνία είναι εντελώς απληροφόρητη για ό,τι της συμβαίνει. Τα πολιτικά κόμματα, της μισής κυβέρνησης συμπεριλαμβανομένης, βρίσκονται σε πλήρη αδυναμία να αντιμετωπίσουν τα σημερινά προβλήματα. Η διαφορά της Δεξιάς από την Αριστερά στην Ελλάδα, είναι ότι ο Καραμανλής φόρτωσε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του με άλλους 100 χιλιάδες υπαλλήλους το Δημόσιο, ενώ η Αριστερά ήθελε οι 100 χιλιάδες προσλήψεις να γίνονται κάθε χρόνο. 

Είναι φανερό ότι μετά από ενάμιση χρόνο αρκετής προσπάθειας, που όμως σε συνθήκες χρεοκοπίας δεν είναι αρκετή, έχει έρθει η κούραση. Το μήνυμα ελήφθη. Κάποιες μειώσεις μισθών εντάξει, κάποιοι φόροι ακόμα, εντάξει, αλλά μέχρι εκεί. Ο σκληρός πυρήνας της λεηλασίας, η κρατική σπατάλη, το αχανές και αχαρτογράφητο Δημόσιο, η ιδιοποίηση της δημόσιας γης, η υπεξαίρεση του δημόσιου πλούτου πρέπει να διαφυλαχθούν. Όσοι τα απειλούν είναι προδότες. Η ορθολογική λειτουργία των δημόσιων φορέων, οι συγχωνεύσεις, οι οικονομίες, οι μετατάξεις σε παραγωγικές θέσεις πρέπει να αποκρουστούν ακόμα κι αν καταστραφεί εντελώς η εμπορική λειτουργία της Αθήνας. 

Έτσι, ξαφνικά, μετά από μια έστω και με δυσκολίες προσπάθεια, περάσαμε στην περίοδο της στασιμότητας. Υποχωρήσεις στα κλειστά επαγγέλματα, οι φαρμακοποιοί έμειναν ευχαριστημένοι, οι δικηγόροι απέφυγαν την «υπαλληλοποίηση». Σ’ αυτή τη χώρα των αφεντικών, το να είσαι υπάλληλος είναι μειονεκτικό. Η απελευθέρωση των οδικών μεταφορών πάει σε 3 χρόνια αλλά οι ιδιοκτήτες φορτηγών ακόμα κι έτσι αντιδρούν, οι κρουαζιέρες απελευθερώθηκαν με τέτοιο τρόπο που τα κρουαζιερόπλοια συνεχίζουν να πηγαίνουν στην Ιταλία, οι απογραφές των αποθηκών των νοσοκομείων καθυστερούν, ηλεκτρονική συνταγογράφηση, διπλογραφικό επίσης. Οι χιλιάδες φορείς ανεξέλεγκτοι, αντιπαραγωγικοί ζουν και βασιλεύουν, οι απόπειρες για περιορισμό της εκτός σχεδίου δόμησης απορρίπτονται στη Βουλή, ούτε μια αποκρατικοποίηση, σε 16 μήνες μηδέν έσοδα, η απογραφή του ευρύτερου δημόσιου τομέα ξεχάστηκε, η ενιαία Αρχή πληρωμών πάει για του χρόνου. Τα φορολογικά έσοδα δεν αυξάνονται, η κυβέρνηση δεν μπορεί να βάλει τους ελεγκτικούς φορολογικούς μηχανισμούς να δουλέψουν για το κράτος και όχι ιδιωτικά, δεν θέλει να αυξήσει τη φορολογική βάση σε μια χώρα που το 60% των φορολογουμένων δεν πληρώνει φόρο και αντί γι’ αυτό ψηφίζει δρακόντειους νόμους που απειλούν με 20 χρόνια φυλάκιση. Σιγά μην τους κρεμάμε και στο Σύνταγμα. Για την οικονομική αστυνομία και τον οικονομικό εισαγγελέα μαλώνουν σε ποιου υπουργείου την αρμοδιότητα θα ανήκει. Ένα βήμα μπρος, δύο πίσω. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στη χειρότερη θέση. Οι μεταρρυθμίσεις είναι σαν το ποδήλατο. Αν σταματήσεις, πέφτεις. Τα πάντα μοιάζουν σαν σταματημένα και όλοι περιμένουν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στις 25 Μαρτίου να δώσει μια επιμήκυνση και να σώσει το παιχνίδι. Κάνουμε δηλαδή το χειρότερο, περιμένουμε τη σωτηρία από άλλους. 

Γιατί συνέβη αυτό; Επειδή αποφύγαμε το χειρότερο σενάριο, τον «ξαφνικό θάνατο», αυτό που τον προηγούμενο Μάρτιο φαινόταν βέβαιο. Μας δάνεισαν 110 δις και αντί να χρεοκοπήσουμε μια και έξω εφησυχάσαμε. Το ξοφλημένο σύστημα πίστεψε ότι μπορεί πάλι να τη γλιτώσει με τα ψέματα, με πασαλείμματα, με κοροϊδίες, με λίγα μέτρα λιτότητας, χωρίς να θίξει τους μηχανισμούς αναπαραγωγής του. Πολέμησε λυσσωδώς τις μεταρρυθμίσεις, κρύβει την αλήθεια από τους πολίτες, η κοινή γνώμη απληροφόρητη πιστεύει ότι τα 110 δις είναι κάτι σαν ΕΣΠΑ, σαν πακέτα Ντελόρ που μας έδιναν πάντα, ότι τίποτα δεν άλλαξε και τίποτα δεν χρειάζεται ν’ αλλάξει. 

Και κινδυνεύουμε τώρα από το δεύτερο σενάριο, τον παρατεταμένο θάνατο, την ύφεση που ακινητοποιεί και βυθίζει κάθε μέρα την οικονομία τόσο χαμηλά που δυσκολεύει την επανεκκίνηση. Τα αποτελέσματα θα είναι εξίσου καταστροφικά και αυτοκαταστροφικά. Είναι φανερό πως η κατάσταση έτσι όπως έχει εξελιχθεί δεν μπορεί να πάει άλλο. Χρειάζεται ένα σοκ προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.


του Φώτη Γεωργελέ.
Πηγή: Athens Voice, 02.03.2011

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Η Διόγκωση του Λούμπεν και οι Κίνδυνοι για την Ελλάδα


Κουρελοπρολεταριάτο και κουρελομπουρζουαζία


(της Σώτης Τριανταφύλλου)

Ο όρος εμφανίζεται για πρώτη φορά στη «Γερμανική ιδεολογία», το 1845. «Λούμπεν-προλεταριάτο»: εκείνο το κομμάτι της εργατικής τάξης που δεν διαθέτει «ταξική συνείδηση», άρα είναι άχρηστο στον επαναστατικό αγώνα. Στη σημερινή Ελλάδα παρατηρείται, νομίζω, ένα καινούργιο κύμα λούμπεν-προλεταριοποίησης: η σχέση των τάξεων είναι, θα λέγαμε, διαλεκτική· το λούμπεν-προλεταριάτο αντιστοιχεί στην απουσία αστικής τάξης· δικαιολογείται και τροφοδοτείται από την ύπαρξη ενός ακαθόριστου στρώματος τυχοδιωκτών, μεγαλοφοροφυγάδων, «βδελυρών πλουσίων»· εν κατακλείδι, μιας τοπικής ποικιλίας της διεθνούς «λούμπεν-μπουρζουαζίας». Η λούμπεν-προλεταριοποίηση οφείλεται σε μερικές προφανείς αιτίες – στην εισροή μεταναστών από εύθραυστα κοινωνικά στρώματα χωρών του Τρίτου Κόσμου, στην πτώση του γενικού βιοτικού επιπέδου εξαιτίας της βίαιης ύφεσης, στο ανεπαρκές δίκτυο κοινωνικής αλληλεγγύης, στην κατάρρευση της παιδείας – καθώς και σε μερικές αιτίες λιγότερο προφανείς.

Γίνεται πολύς λόγος για την «περιθωριοποίηση», για τη δημιουργία μιας πολυπληθούς «υπο-τάξης» που συνωστίζεται στις παρυφές του «προλεταριάτου». Δεν πρόκειται για εργάτες, δεν πρόκειται καν για ανέργους που υπήρξαν εργάτες· το φαινόμενο μοιάζει παγκόσμιο και εντείνεται σε χώρες με υψηλό ποσοστό λαθρομεταναστών εφόσον οι «ξένοι» δεν απολαμβάνουν του οικογενειακού και κοινωνικού ασύλου όπως οι ντόπιοι. Στην Ελλάδα, παρατηρείται «περιθωριοποίηση» όλων των αδυνάτων· κυρίως των ξένων, αλλά όχι μόνον των ξένων: η φτώχεια, η ανεργία (μαζί με την κληρονομούμενη φτώχεια), το διαλυμένο σχολείο και ο πολιτισμός της τηλεόρασης (μαζί με τη φτώχεια) καθώς και οι επακόλουθες ψυχολογικές καταστροφές (αλκοολισμός, τοξικομανία, κοινωνικό μίσος, σοβαρή παραβατικότητα, αναλφαβητισμός) δημιουργούν αυτό το καινούργιο λούμπεν-προλεταριάτο, μια «τάξη» χωρίς συνείδηση αλλά γεμάτη αρνητικά συναισθήματα.

Η περιθωριοποίηση οφείλεται σε συνδυασμό προσωπικού σφάλματος/ατυχίας και αδυναμίας του συνόλου να ελαχιστοποιήσει τις επιπτώσεις του σφάλματος και της ατυχίας. Δεν αναφέρομαι εδώ στην περιθωριοποίηση λόγω κοινωνικών προκαταλήψεων, όπως μπορεί να συμβεί σε gay πολίτες ή σε πολίτες με αναπηρίες,  αλλά σ’ εκείνη τη διαδικασία του εξοστρακισμού με την οποία ολόκληροι πληθυσμοί απωθούνται εκτός πλαισίου της mainstream κοινωνίας: στέρηση εργασίας, ασφάλισης, πολιτικών δικαιωμάτων, στέγης· κοντολογίς «τυχάρπαστη» και επισφαλής ύπαρξη χωρίς κοινωνικό συμβόλαιο.

Έτσι, έχουμε, από τη μια, ένα διαρκώς διογκούμενο λούμπεν-προλεταριάτο, τα μέλη του οποίου δεν εργάζονται σε ταξικά καθορισμένες θέσεις –βιομηχανία, γη, υπηρεσίες υπό τη σύγχρονη έννοια – αλλά βγάζουν τα προς το ζην είτε στη μαύρη αγορά εργασίας, είτε στον χώρο της παρανομίας, είτε παραμένουν παρασιτικά προσκολλημένα στην οικογένεια. Η διόγκωση αυτής της υπο-τάξης συνοδεύεται, όπως προανέφερα, από την ανάπτυξη μιας αντίστοιχης τάξης που επίσης βγάζει τα προς το ζην –και με το παραπάνω– από τη μαύρη αγορά εργασίας και από την παρανομία: η λούμπεν-μπουρζουαζία πλουτίζει παραβιάζοντας ή αγνοώντας το κοινωνικό συμβόλαιο. Αμφότερες οι τάξεις εκθέτουν και δοκιμάζουν τη δημοκρατία η οποία καλείται να βρει τρόπους για την επιβολή των νόμων και για τη διεύρυνση της κοινωνικής αλληλεγγύης (το δεύτερο είναι αδύνατον χωρίς το πρώτο).

Μεταξύ άλλων, το κουρελοπρολεταριάτο και η κουρελομπουρζουαζία «ρυπαίνουν» την κοινωνία, οξύνοντας τις αντιθέσεις. Η ρύπανση και η όξυνση των αντιθέσεων αποτελούν μέθοδο και στόχο των παλαιοαριστερών που προσβλέπουν σε «σοσιαλιστική» επανάσταση: το παρόν θυσιάζεται για ένα μακρινό, αβέβαιο μέλλον. Τίποτα «θετικό» δεν θεωρείται εφικτό μέσα στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: το λούμπεν-προλεταριάτο χρησιμοποιείται σαν φόβητρο κι από τις δύο άκρες του πολιτικού φάσματος· να τι μπορείς να πάθεις! Και: να ποια είναι η αληθινή φύση του κοινωνικού συστήματος! 

Αυτό που μοιάζει επικίνδυνο σήμερα είναι, εκτός από τη χρήση του φοβήτρου, η παράλληλη κολακεία του λούμπεν-προλεταριάτου και η ανάδειξή του σε επαναστατική δύναμη. Κι όμως, οι άνθρωποι χωρίς κοινωνικό συμβόλαιο είναι επιρρεπείς στις πιο σκοταδιστικές ιδεολογίες· στις πιο ακραίες και αήθεις πράξεις. Ο φασισμός του Μουσολίνι δεν γεννήθηκε μόνον στα βάθη της μικροαστικής οικογένειας και του στρατού, αλλά στις συμμορίες του λούμπεν-προλεταριάτου, ενός πληθυσμού χωρίς αξίες, με χαμηλό ηθικό, χωρίς ταξική ταυτότητα. Στην ίδια ιδεολογία είναι επιρρεπής η λούμπεν-μπουρζουαζία που μοιάζει με ένα κοινωνικά «επιτυχημένο» λούμπεν-προλεταριάτο: ο στοιχηματζής στον οποίον χαμογέλασε η τύχη, ο high-class προαγωγός, ο μεγαλέμπορος κόκας, ο μεγαλοαπατεώνας (σε αντιδιαστολή με τον μικροαπατεώνα).

Η μαρξική απόρριψη του λούμπεν-προλεταριάτου, ιδιαίτερα όπως το περιγράφει ο Μαρξ στην «18η Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», ακούγεται σήμερα σαν εκδήλωση κοινωνικού ρατσισμού. Αντιθέτως, η άποψη του Μπακούνιν αναδύεται κυρίαρχη: η «επανάσταση» θα προέλθει από «τη μορφωμένη, άνεργη νεολαία, από περιθωριακούς κάθε τάξης, συμμορίτες, ληστές, φτωχές μάζες, κι όσους δραπέτευσαν ή αποκλείστηκαν από την πειθαρχημένη εργασία... κοντολογίς από όσους ο Μαρξ ορίζει ως “λούμπεν-προλεταριάτο”». Σημειώνεται επίσης εντυπωσιακή διάδοση της ιδέας του Μπακούνιν γύρω από την ενδογενή επαναστατικότητα των χωρικών: ο Μαρξ διαφωνούσε· η ιστορία νομίζω ότι τον έχει επιβεβαιώσει. Εμείς όμως βρισκόμαστε πίσω από την ιστορία.

Η κατάσταση στην Ελλάδα –κοινωνική και φαντασιακή– έχει, για μένα, που βλέπω τα πράγματα ως ιστορικός των ΗΠΑ, περίπου ως εξής: διανύουμε την αμερικανική δεκαετία του ’70· μια παραλλαγή της. Οργανώσεις όπως οι Μαύροι Πάνθηρες και οι Young Lords, που συγκέντρωναν μέλη του λούμπεν-προλεταριάτου, βρίσκονται σε ένα είδος επαναστατικής επαγρύπνησης και καθαγιάζονται στο συλλογικό φαντασιακό. Οι άνεργοι συγχέονται με τους αέργους, οι «δεξιοί» τρομοκράτες με τους «αριστερούς» (τρομοκράτες), οι διαδηλωτές με τους χούλιγκανς, οι αναρχικοί με τους ληστές και τους δολοφόνους, οι επαναστάτες με τους βανδάλους, οι ελευθεριακοί με τους κομουνιστές· οι τελευταίοι έχουν μάλιστα επιδοθεί σε ανταγωνισμό με τους πρώτους: ποιος είναι άραγε ο πιο επαναστάτης; Πρόκειται για φαινόμενο της αμερικανικής κοινωνίας των αρχών της δεκαετίας του ’70· υπενθυμίζω ότι στη συνέχεια ενέσκηψε η προεδρία Ρέιγκαν και αναβίωσε η χριστιανική άκρα δεξιά.

Εξάλλου, η κρίση της εσώτερης πόλης, η ανομία, η «περιθωριοποίηση»/γκετοποίηση (όπως συνηθίζουμε να λέμε στην Ελλάδα), ολόκληρων μητροπολιτικών θυλάκων αποτελούν φαινόμενα και προβλήματα εκείνης της εποχής. Το πώς λύθηκαν, όσο λύθηκαν, είναι μια άλλη ιστορία. Τέλος, επικρατεί αντίληψη μετα-αποικιοκρατική· η Ελλάδα βλέπει τον εαυτό της στη χορεία των αποικιοκρατούμενων όπου, για ιστορικούς και οικονομικούς λόγους, το λούμπεν-προλεταριάτο είχε πάντα μεγαλύτερη βαρύτητα από το «προλεταριάτο»· οι πληθυσμοί ήταν εξαθλιωμένοι. Από πολλές απόψεις βρίσκεται πράγματι ανάμεσα στους αποικιοκρατούμενους: η κουρελομπουρζουαζία της, παρότι δηλώνει «πατριωτική», αποτελεί την εμπροσθοφυλακή ενός οικονομικού συστήματος εξάρτησης λατινοαμερικανικού τύπου (το οποίο, το 1972, ο Α. Γκ. Φρανκ ονόμασε –το αναφέρω παρεμπιπτόντως– “lumpen-development”) και ενός κράτους που μπορεί εύκολα να θεωρηθεί lumpenstate: κουρελοκράτος.


Πηγή:  Athens Voice, 01.12.2010

Η Θεσσαλονίκη του Μέλλοντος και του Παρελθόντος



Edito

Όποτε φτάνω στη Θεσσαλονίκη μαγεύομαι, ό,τι βλέπω γύρω μου είναι γεμάτο ένταση, μια πόλη νεανική, ζωντανή, πάλλεται έτοιμη να εκραγεί. Οι ντόπιοι φίλοι μου σχολιάζουν ειρωνικά τη ματιά του τουρίστα, που δεν μπορεί να διακρίνει τη βαριά σκιά της καθυστέρησης, την εσωστρέφεια, τον επαρχιωτισμό. Μια φορά γυρνώντας έγραψα σ’ αυτή τη σελίδα: «Η Θεσσαλονίκη ετοιμάζεται να γίνει η Μητρόπολη των Βαλκανίων. Αλλά δεν το ξέρει ακόμα». Μου απάντησαν αμέσως, γραπτά κι αυτοί: Η πόλη που περιγράφεις υπάρχει, αλλά τη λένε Κωνσταντινούπολη.

Πόσα τρένα μπορεί να χάσει μια πόλη
, πόσες ευκαιρίες στη μικρή ζωή μας; Όταν κάποιοι προσπαθούσαν να αλλάξουν το χαρακτήρα των δημοτικών εκλογών, να τις μετατρέψουν σε «δημοψήφισμα για το Μνημόνιο», έλεγα ότι ακριβώς επειδή υπάρχει το μνημόνιο, ακριβώς επειδή υπάρχει η οικονομική κρίση, πρέπει να συζητήσουμε, να επιλέξουμε ένα καινούργιο μοντέλο που θα σώσει τις πόλεις μας από τον τριτοκοσμικό κατήφορο που έχουν πάρει και θα τις οδηγήσει σε μια εξωστρεφή ανάπτυξη. Μερικοί στέκονται στο σκουλαρικάκι του Μπουτάρη, στα τατουάζ, μιλάνε για τις πολιτισμικές διαφορές, στον κυρ-Γιάννη αρέσει ο Λου Ριντ, ακούει το “Walk on the wild side”. Όμως ο κοσμοπολιτισμός του Γιάννη Μπουτάρη είναι κάτι παραπάνω από αυτό, είναι μια αναπτυξιακή πρόταση, μια διέξοδος για την πόλη. Γι’ αυτό ακριβώς τον κατηγορεί το προηγούμενο σύστημα, για τα εβραϊκά μνημεία, για το σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ. Όταν ο Μπουτάρης λέει για την πλατεία Ελευθερίας, για τον Κεμάλ που ήταν Θεσσαλονικιός και κήρυξε εκεί την ίδρυση του νεότερου τουρκικού κράτους, δεν το κάνει μόνο από κάποια αίσθηση δικαιοσύνης προς την ιστορία. Το λέει γιατί θέλει ν’ ανοίξει την πόλη του, να την κάνει προορισμό, να τη βγάλει απ’ τον επαρχιωτισμό και να την οδηγήσει στον κόσμο. Από τον Εντγκάρ Μορέν και τον Σαρκοζί μέχρι τον Ντάνιελ Μέντελσον του «Χαμένοι», οι Εβραίοι όλου του πλανήτη νιώθουν τη Θεσσαλονίκη ένα κομμάτι της δικιάς τους ιστορίας, τόπο από την πορεία τους στον κόσμο. Θέλουν να την επισκεφτούν, να την ταξιδέψουν, να τη ζήσουν. Όπως εκατοντάδες χιλιάδες από μας κάθε χρόνο πηγαίνουμε στην Πόλη να δούμε την Αγια-Σοφιά, να νιώσουμε στο αεράκι του Βοσπόρου την ατμόσφαιρα της ιστορίας μας, έτσι και άλλες τόσες χιλιάδες Τούρκοι θα ’πρεπε να φτάνουν κάθε μέρα στη Θεσσαλονίκη να δουν την πλατεία, το σπίτι απ’ όπου ξεκίνησε η νεότερη ιστορία τους. Αυτό κάνουν σήμερα οι πόλεις, φτιάχνουν τους μύθους τους και προσπαθούν να τους κάνουνε παγκόσμιους. 

Για πολλά χρόνια ζήσαμε μ’ ένα μοντέλο ανάπτυξης που παράγει λίγα και καταναλώνει υπερβολικά. Βασισμένο μόνο στα δανεικά, στην ευρύχωρη σπατάλη των δημόσιων ταμείων. Μέχρι που στις μέρες μας το μοντέλο πια χρεοκόπησε, τα δανεικά τελείωσαν. Κι όλο αυτό, το βασισμένο σε ψεύτικο χρήμα μοντέλο ανάπτυξης, καταρρέει. Στα χιλιάδες καταστήματα, στις άδειες βιτρίνες, δεν έβαλε λουκέτο το μνημόνιο, όπως προσπαθούν να μας πείσουν, αλλά ένα ολόκληρο σύστημα που χρεοκόπησε. Λέγαμε ότι η Ερμού είναι από τους ακριβότερους δρόμους του κόσμου και δεν συνειδητοποιούσαμε καν πόσο σουρεαλιστικό ακουγόταν αυτό. Στη Μάντισον, στη Σανζ Ελιζέ, την Όξφορντ Στριτ πάει όλος ο πλανήτης να ψωνίσει, στην Ερμού ποιος πάει, το Κουκάκι; Όλα όσα συμβαίνουν ήταν αναμενόμενα, είχαν προβλεφθεί, τα ξέραμε αλλά δεν θέλαμε να τα ακούσουμε. Αντί να προσπαθούμε να κλείσουμε τα μάτια, να κρατήσουμε κάποια ανύπαρκτα «κεκτημένα» μιας ψεύτικης, πλαστής ευδαιμονίας, πρέπει από σήμερα, από χθες, να βρίσκουμε τρόπους που θα περισώσουν ό,τι είναι δυνατόν, απ’ αυτό το μικρομεσαίο μέγεθος «λιανικού εμπορίου» που χαρακτηρίζει την οικονομία μας. Και μέχρι να μπορέσουμε να κάνουμε κάτι σοβαρότερο, αυτό που τώρα μπορούμε να κάνουμε είναι να ξαναζωντανέψουμε τις πόλεις μας, να τις ομορφύνουμε, να τις κάνουμε ελκυστικές, να θέλεις να τις ζήσεις. Για μας και για όσους περισσότερους μπορούμε να προσελκύσουμε. Να τις ανοίξουμε. Εμπόριο και τουρισμός, αυτό ξέραμε κάποτε. Αλλιώς, οι χαρούμενοι νέοι που λιάζονται πίνοντας καφέδες στην παραλία στον Θερμαϊκό, οι φραπαιδαράδες που λέει ο Στεφ, θα είναι οι αυριανοί άνεργοι που ακόμα δεν το ξέρουν.

Όμως αυτό θέλει ιδέες, θέλει φαντασία, ανοιχτά μυαλά
, θέλει κυρίως και ξανά και πάντα, δουλειά. Το παλιό μοντέλο ήξερε άλλα πράγματα. Έφτιαχνε αγάλματα για τον Μεγαλέξανδρο, ανδριάντες για το μακαρίτη τον Καραμανλή που δεν ξέρει τώρα πού θα τους στήσει, διοργάνωνε λαμπρές τελετές για τον Βουκεφάλα, σεμνές δεξιώσεις για την αρετή των Ελλήνων, οι συγγενείς προμήθευαν πλαστικές ελληνικές σημαιούλες made in China, οι άλλοι συγγενείς αναλάμβαναν το κέτερινγκ, ήταν τουρκοφάγοι, ήταν σκοπιανοφάγοι με το αζημίωτο, κι άλλες παρελάσεις, στα κρατικά και δημοτικά μέσα ενημέρωσης παρουσίαζαν τις δημόσιες σχέσεις του δημάρχου, του νομάρχη, παραγωγή προγράμματος ονόμαζαν τα κηρύγματα του μητροπολίτη, οι δημοτικοί υπάλληλοι είχαν μπουζουξίδικα, ήταν πρόεδροι ομάδων μπάσκετ. Μετρό δεν είχανε, η υποθαλάσσια δεν ξεκίνησε ποτέ, οι θαλάσσιες συγκοινωνίες έμειναν σχέδιο, ο Θερμαϊκός λάμπει κάποια πρωινά απ’ τα σκουπίδια όχι απ’ τον ήλιο. Έχουνε όμως 22 εκατομμύρια χρέη του δήμου στην εφορία, 30 εκατομμύρια χρέος στα ταμεία, μια στοίβα εισαγγελικές διώξεις για πιθανά σκάνδαλα και πολλές πλαστικές σημαίες γαλανόλευκες. Το «τρίγωνο της καθυστέρησης» στην πόλη αποτυπώνεται σε μια εικόνα αντιπροσωπευτική, το Παπάφειο. Με περιουσία 37 ακίνητα, προσφέρει αρωγή σε 45 παιδιά. Δηλαδή, περίπου ακίνητο και παιδάκι. Και παρ’ όλα αυτά, επιχορηγείται από το κράτος με μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Και παρ’ όλα αυτά είναι χρεοκοπημένο, χρωστάει άλλα τόσα. Προσθέστε τα κι αυτά στο δημόσιο χρέος.

Ένα σύστημα κλειστό, εσωστρεφές, που ήξερε καλά να μοιράζει το δημόσιο χρήμα. Αυτάρκες, χωρίς προσπάθεια. Δεν του χρειαζόταν, το δημόσιο ταμείο να είναι καλά. Παρελάσεις, λειτουργίες, έξοδα παραστάσεως. Η βιομηχανία της εσωστρέφειας. Το σύστημα αυτό δεν τελείωσε επειδή κέρδισε τις εκλογές ο Μπουτάρης. Είχε ήδη χρεοκοπήσει, τα δημόσια ταμεία είναι πια άδεια. Η επιστροφή στον ορθολογισμό είναι αναπόφευκτη, δεν έχει μείνει τίποτα πια να διανεμηθεί, το χρήμα πρέπει να δημιουργηθεί. Κι αυτό γίνεται μόνο με νέες ιδέες και πολλή δουλειά. 

Τελευταία μέρα του Νοεμβρίου την ώρα που γράφω, το θερμόμετρο λέει 25 βαθμοί, έξω στα καφενεία ο κόσμος με κοντομάνικα. Δεν υπάρχουν άλλες πόλεις στην Ευρώπη σαν την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Πώς καταφέραμε να τις χαλάσουμε; Το πρώτο βήμα για τη ζωή μετά τη χρεοκοπία δεν μπορεί να είναι άλλο από το να ξαναφτιάξουμε τις πόλεις μας, να τις επινοήσουμε απ’ την αρχή, να τις κάνουμε ανοιχτές πόλεις για όσους θα έρθουν να μοιραστούν μαζί μας αυτή την τύχη, την άνοιξη μέσα στο χειμώνα.

(του Φώτη Γεωργελέ)
Πηγή:  Athens Voice,  01.12.2010